Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Χωρισμὸς ἤ ἀναθεώρηση τῆς σχέσης; Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στις 13-11-2005)


(δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στις 13-11-2005)
Για πολλά χρόνια ακούω το σύνθημα «χωρισμός Εκκλησίας - Πολιτείας», το οποίο έρχεται πολλές φορές στην επικαιρότητα από διάφορες αφορμές. Συμμετείχα σε πολλές συζητήσεις, διάβασα αρκετά κείμενα, αλλά τελικά, χωρίς να γίνεται κάτι, παρατηρώ ότι συνεχίζεται η συζήτηση.
Στην συνέχεια θα τονίσω επιγραμματικά και τηλεγραφικά μερικές θέσεις μου.
1. Κατά καιρούς έχω γράψει ότι η φράση «χωρισμός Εκκλησίας - Πολιτείας» είναι αδόκιμη. Και αυτό γιατί Εκκλησία δεν είναι μόνον η εκκλησιαστική διοίκηση, Πολιτεία δεν είναι μόνον η κρατική διοίκηση, και «χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας» δεν νοείται σε μια δημοκρατική χώρα, αφού κάθε οργανωμένη κοινότητα πρέπει να έχη κάποια σχέση με το Κράτος (βλ. άρθρα 12, 13 Συντάγματος). Πως μπορούμε να μιλάμε για χωρισμό;
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Βυζάντιο δεν γινόταν λόγος για σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά για σχέση και διαφορά μεταξύ «Ιερωσύνης και Βασιλείας».
Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να αντικαταστασθή η φράση «χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας» με την φράση «αναθεώρηση –ενδεχομένως– των σχέσεων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης».
2. Το τρίτο άρθρο του Συντάγματος είναι σαφέστατο και καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης. Όταν το άρθρο αυτό ερμηνευθή με νηφαλιότητα, τότε θα διαπιστωθή ότι περιγράφει την διακριτότητα των ρόλων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης. Ενδεχομένως σε μερικά σημεία (π.χ. Καταστατικό Χάρτη, Εκκλησιαστικά Δικαστήρια) μπορεί να γίνη μια επί πλέον ερμηνευτική διασάφιση μέσα από έναν ήρεμο διάλογο, χωρίς ιδεολογικές αντιπαλότητες για το καλό και της Εκκλησίας και της Πολιτείας και γενικά του λαού.
3. Η αναθεώρηση των σχέσεων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης, και μάλιστα στα σημεία τα οποία τονίζονται από πολλές ομάδες ανθρώπων, πρέπει να είναι καρπός πολυεπίπεδης αναζήτησης. Για παράδειγμα, επειδή στην ελληνική Επικράτεια υπάρχουν εκκλησιαστικές Περιφέρειες που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με διαφορετικές μορφές διοίκησης (Άγιον Όρος, Κρήτη, Δωδεκάνησα, «Νέες Χώρες») η συζήτηση πρέπει να γίνη και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και επειδή υπάρχουν συνθήκες (Λωζάνης, Λονδίνου) που καθορίζουν την νομική υπόσταση των Μουσουλμανικών Κοινοτήτων της Θράκης και των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων, ο διάλογος πρέπει να επεκταθή και προς τον τομέα αυτόν, ώστε η τυχόν τροποποίηση να μη εκληφθή ως παραθεώρηση των σχετικών συνθηκών!!
4. Η συζήτηση μεταξύ Ιεράς Συνόδου και Κυβέρνησης, όταν τεθή επισήμως το θέμα, για την ενδεχόμενη αναθεώρηση των σχέσεων, θα πρέπη να γίνη με νηφαλιότητα, σεβασμό και δικαιοσύνη. Κατά την γνώμη μου, η συζήτηση θα πρέπη να επικεντρωθή σε δύο σημεία, τα οποία μπορούν να αποδεχθούν οι περισσότεροι από μας.
Πρώτον. Πρέπει να γίνη κατανοητό από όλους τους Κληρικούς ότι είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε την ελευθερία των πολιτών, ακόμη και των μελών της Εκκλησίας που έχουν άλλες απόψεις για τον γάμο, την κηδεία, κλπ. Η ορθόδοξη θεολογία σεβάστηκε πάντοτε την ελευθερία του προσώπου, την οποία σέβεται και αυτός ο ίδιος ο Θεός, αλλά διαφοροποιείται η ποιμαντική αντιμετώπιση.
Δεύτερον. Πρέπει να γίνη σαφές ότι δεν επιτρέπεται να ελέγχεται και να καθορίζεται από νόμους της Πολιτείας η εσωτερική δομή λειτουργίας της Εκκλησίας. Οπότε, ο τρόπος διοικήσεως της Εκκλησίας και ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης των Κληρικών είναι εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας και δεν πρέπει να ρυθμίζεται από πολιτειακές παρεμβάσεις. Εννοείται, βέβαια, ότι και η νομοθετική εξουσία για κοινωνικά ζητήματα ανήκει στην Πολιτεία, η οποία θα λαμβάνη υπ' όψη της την βούληση του λαού.
Στα δύο αυτά σημεία μπορεί να αρχίση ένας ουσιαστικός και γόνιμος διάλογος, όταν το ζητήση η Κυβέρνηση. Σε άλλα θέματα, όπως μισθοδοσία Κληρικών, μάθημα θρησκευτικών, παραδόσεις του λαού, εκεί τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, γιατί εμπλέκονται συμβάσεις του Κράτους με την Εκκλησία, καθώς επίσης πρέπει να γίνεται σεβαστή η επιθυμία της πλειοψηφίας του λαού. Δεν είναι δυνατόν να δημιουργούνται κοινωνικές αναταραχές από βίαιες παρεμβάσεις.
Πάντως, όταν η Κυβέρνηση θέση επισήμως το θέμα, τότε είμαι βέβαιος ότι η Ιερά Σύνοδος θα το αντιμετωπίση με σοβαρότητα και ρεαλισμό.
5. Μέσα μου όμως έχει δημιουργηθή η εντύπωση, και μακάρι να σφάλλω, ότι πολλοί πολιτικοί άνδρες, όταν κάνουν λόγο για «χωρισμό Εκκλησίας – Πολιτείας», το κάνουν μόνον για λόγους επιφανειακούς, τους οποίους δεν θα ήθελα να συγκεκριμενοποιήσω. Όμως, οι ίδιοι παράγοντες στην πραγματικότητα δεν θα ήθελαν μια Εκκλησία –που είναι τόσο δυνατή και ρωμαλέα και έχει μεγάλη πρόσβαση στον λαό– να είναι «ελεύθερη» και «ανέλεγκτη». Και αυτό φαίνεται από το ότι πολλές φορές και με πολλούς τρόπους, εμμέσως η αμέσως, πολλοί επιδιώκουν να ελέγξουν τα εκκλησιαστικά πράγματα, η να τα εκμεταλλευτούν.
Πάντως, πολλοί από τους Κληρικούς είμαστε υπέρμαχοι μιας πιο «ελεύθερης Εκκλησίας», που να μη δεσμεύεται από πολιτειακούς νόμους, οι οποίοι πολλές φορές εισέρχονται και στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, όταν, για παράδειγμα, προσβάλλονται στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο εκλογές Αρχιερέων η αποφάσεις Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, αλλά και μιας Εκκλησίας που δεν εξασκεί πολιτική, αλλά λειτουργεί ως πνευματικό θεραπευτήριο και είναι μάνα όλων. Ενδιαφερόμαστε συγχρόνως και για την ιδιαιτερότητα και την ειρήνη του λαού.
Χωρίς να θέλω να κάνω διαφήμιση, θεωρώ ότι όταν θα γίνη ένας ουσιαστικός διάλογος, θα πρέπη να έχη ως βάση πολλές σκέψεις, οι οποίες διατυπώνονται στο βιβλίο του Ευαγγέλου Βενιζέλου με τίτλο «Σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους».
Τελειώνοντας, επανέρχομαι στο αρχικό θέμα, επειδή το θεωρώ πολύ σημαντικό, ότι θα πρέπη να αλλάξη η ορολογία, δηλαδή να μη ομιλούμε για «χωρισμό Εκκλησίας – Πολιτείας», αλλά για «αναθεώρηση σχέσεων εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης». Αν αυτό γίνη κατανοητό, τότε θα αποφύγουμε τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες, τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και τις επιφανειακές εντυπώσεις.–

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου