Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να ασπαστούν μια γνώμη μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή
Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε σαν θέσφατο μια κοινή προκατάληψη, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι συντάσσονται με τη θέση τουΑριστοτέλη ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ως σωστό αυτό που πιστεύουν οι πολλοί.
Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο - Arthur Schopenhauer
Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.
Είναι πολύ περίεργο που η γενική απήχηση μιας γνώμης έχει για τους ανθρώπους τόση βαρύτητα. Η ίδια τους η εμπειρία είναι σε θέση να τους διδάξει πως η αποδοχή μια γνώμης γίνεται ακριτα και είναι αποτέλεσμα μίμησης. Παρόλα αυτά οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται ποτέ, καθώς δεν κατέχουν αυτογνωσία . μόνο οι εκλεκτοί σύμφωνα με τον Πλάτωνα : ‘ τις πολλοίς πολλά δοκεί» , που σημαίνει πως ο κόσμος μπορεί να σκέφτεται αμέτρητες ανοησίες, και δεν είναι δυνατό ν ασχοληθούμε με όλες.
Για να μιλήσουμε με σοβαρότητα η γενική απήχηση μιας γνώμης δεν αποτελεί απόδειξη. Στην πραγματικότητα, δεν καθιστά καν πιθανή την ορθότητά της.
Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο πρέπει να λάβουν υπόψη τους τα παρακάτω:
Σε βάθος χρόνου μια κοινώς αποδεκτή γνώμη χάνει την ισχύ της, διαφορετικά θα έπρεπε να αποκαταστήσουμε όλες τις παλαιότερες λανθασμένες απόψεις που κάποτε θεωρούνταν ως κοινά αποδεκτές αλήθειες. Για παράδειγμα θα έπρεπε να επαναφέρουμε το σύστημα του Πτολεμαίου ή να καθιερωθεί ξανά ο καθολικισμός στις προτεσταντικές χώρες.
Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η φυσική απόσταση, αλλιώς μια συναφής κοινώς αποδεκτή γνώμη των υποστηρικτών του βουδισμού, του χριστιανισμού και του Ισλάμ, θα τους έφερνε σε δύσκολη θέση.
Αν εξετάσουμε το θέμα διεξοδικά , θα δούμε πως αυτό που αποκαλούμε κοινώς αποδεκτή γνώμη δεν είναι παρά η γνώμη 2 ή 3 ατόμων. Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την πραγματική διαδικασία γέννησης μιας γνώμης, δεν θα είχαμε γι αυτό την παραμικρή αμφιβολία.
Θα ανακαλύπταμε ότι δεν είναι παρά 2 ή 3 άνθρωποι που δέχτηκαν, προώθησαν και υποστήριξαν την άποψη την 1η φορά, κι ότι οι υπόλοιποι πίστεψαν αφελώς πως οι 2-3 αυτοί άνθρωποι την είχαν εξετάσει εξονυχιστικά προτού τη διαδώσουν. Ύστερα αποδέχτηκαν τη γνώμη αυτοί μερικοί επιπλέον, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι εξαρχής πως οι άνθρωποι που την διέδωσαν είχαν την απαραίτητη κατάρτιση. Στη συνέχεια σ αυτούς βασίστηκαν πολλοί άλλοι , που από οκνηρία προτίμησαν να πιστέψουν κάτι χωρίς δεύτερη σκέψη παρά να κοπιάσουν εξετάζοντας οι ίδιοι το ζήτημα. Έτσι ο αριθμός των νωθρών και εύπιστων υποστηρικτών μεγάλωσε μέρα με τη μέρα. Μόλις η συγκεκριμένη άποψη κέρδισε ευρεία υποστήριξη , οι υπόλοιποι που αποφάσισαν να την ενστερνιστούν απέδωσαν τη μεγάλη της απήχηση στην ορθότητά της . Τότε όσοι είχαν απομείνει αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι ήταν πλέον κοινώς αποδεκτό, προκειμένου να μην θεωρηθούν ταραξίες που απαρνιούνται τις γενικώς παραδεδεγμένες απόψεις, ή θρασείς , που θεωρούν ότι είναι πιο έξυπνοι απ όλους τους άλλους.
Όταν μια γνώμη φτάνει σ αυτό το βαθμό αποδοχής η συγκατάνευση αποτελεί πλέον καθήκον. Από το σημείο αυτό και στο εξής οι λίγοι που είναι ικανοί να κρίνουν θα σιωπήσουν. Μιλούν μόνο όσοι είναι παντελώς ανίκανοι να σχηματίσουν οποιαδήποτε γνώμη ή κρίση , αφού παπαγαλίζουν απλώς τις απόψεις των άλλων. Ωστόσο υπερασπίζονται τις συγκεκριμένες απόψεις με υπερβάλλοντα ζήλο και μισαλλοδοξία, καθώς αυτό που απεχθάνονται στους ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο από το δικό τους δεν είναι τόσο οι διαφορετικές τους κρίσεις, όσο η τόλμη να θέλουν να σχηματίσουν τη δική τους άποψη. Εν ολίγοις , ελάχιστοι είναι ικανοί να σκεφτούν, όλοι όμως θέλουν να έχουν άποψη. Συνεπώς δεν απομένει παρά να ενστερνιστούν έτοιμες απόψεις άλλων αντί να σχηματίσουν τις δικές τους.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τι αξία έχει μια γνώμη, ακόμη κι αν έχει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές; Δεν είναι περισσότερο τεκμηριωμένη από ένα ιστορικό γεγονός καταγεγραμμένο από 100 ιστορικούς, οι οποίοι αποδεικνύεται πως έχουν αντιγράψει ο ένας από τον άλλο, η άποψη στο τέλος μπορεί ν αποδοθεί σ ένα και μόνο άτομο. Άλλα θα πω εγώ, άλλα εσύ κι άλλα κάποιος άλλος. Δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από μια σειρά ισχυρισμών.
Πηγή: Άρτουρ Σοπενχάουερ – Η τέχνη να έχεις πάντα δίκιο
«Εγώ, έλεγε, αγαπάω την ανθρωπότητα μα απορώ κι ο ίδιος με τον εαυτό μου: Όσο περισσότερο αγαπώ την ανθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο αγαπάω τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Στις ονειροπολήσεις μου, έλεγε, φτάνω συχνά να λαχταράω μέχρι πάθος να εξυπηρετήσω την ανθρωπότητα και ίσως και στ' αλήθεια να δεχόμουνα να σταυρωθώ για τους ανθρώπους, αν παρουσιαζόταν ξαφνικά μια τέτοια ανάγκη. Κι όμως, παρ'όλα αυτά, δεν μπορώ ούτε δύο μέρες να ζήσω στο ίδιο δωμάτιο μ' άλλον άνθρωπο. Αυτό το ξέρω από πείρα. Μόλις βρεθεί κάποιος κοντά μου, νιώθω πως μου πληγώνει την ατομικότητα μου και μου περιορίζει την ελευθερία μου. Μπορώ μέσα σ' ένα εικοσιτετράωρο να μισήσω τον πιο καλό άνθρωπο. Άλλον γιατί τρώει αργά, άλλον γιατί έχει συνάχι και σκουπίζει συνεχώς τη μύτη του με το μαντήλι. Γίνομαι, έλεγε, εχθρός των ανθρώπων μόλις οι σχέσεις μας γίνουν κάπως στενότερες. Μα γι'αυτό, όσο περισσότερο μισούσα ορισμένους ανθρώπους προσωπικά, τόσο πιο φλογερά αγαπούσα την ανθρωπότητα στο σύνολο της. [...] Η ονειροπόλα αγάπη διψάει για σύντομα κατορθώματα, ζητάει μια γρήγορη ικανοποίηση και τον γενικό θαυμασμό. Στις τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά στο σημείο να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα, αρκεί να μην περιμένουν πολύ, μα να πραγματοποιηθεί γρήγορα τ'όνειρο τους. Και να'ναι σαν μια θεατρική παράσταση που να τη βλέπουν όλοι και να τη χειροκροτούν. Μα η ενεργός αγάπη χρειάζεται δουλειά κι επίμονη αυτοκυριαρχία και για μερικούς είναι ίσως-ίσως ολόκληρη επιστήμη».
"Θα μιλήσουμε λοιπόν για τον άνθρωπο και την νοημοσύνη. … θεωρείτε όλοι ότι είσαστε και άνθρωποι και ότι έχετε νοημοσύνη, μπορεί μετά από μία ώρα να αναρωτιέστε και για το ένα και για το άλλο. … νοημοσύνη θα είναι αυτό που έχετε χωρίς να έχετε μάθει τίποτα. Άρα αυτόν που έχει μόνο νοημοσύνη θα τον ονομάσουμε ΗΛΙΘΙΟ. Ο ηλίθιος θα είναι ο έξυπνος που δεν έχει γνώσεις. Άρα ηλίθιος δεν είναι ο βλάκας. Βλάκας είναι αυτός που δεν έχει καν την νοημοσύνη. … Αν έχετε μόνο νοημοσύνη έχετε ένα πρόβλημα γιατί δεν έχετε μνήμη. Φανταστείτε ότι μετά από πέντε λεπτά δεν θυμάστε τι έχετε κάνει. Φανταστείτε λοιπόν να έχετε μνήμη μόνο για πεντάλεπτο. Το χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα έχει τόσο μικρή μνήμη που την ώρα που κάνει τον γύρο δεν βλέπει ότι είναι ο ίδιος γύρος. Άρα συνεχώς ταξιδεύει. Το χρυσόψαρο δεν βαριέται γιατί βλέπει συνεχώς κάτι νέο. Άμα δεν έχετε μνήμη βλέπετε συνεχώς κάτι νέο. Άρα δεν είναι απαραίτητα καλό. Ζούμε σε μια εποχή όπου πρέπει να είμαστε νέοι και όμορφοι … Εμείς επειδή είμαστε από την μεριά των γέρων θα προσπαθήσουμε να είμαστε ωραίοι. Αν δεν είσαστε όμορφος, πρέπει να είσαστε ωραίος … Φανταστείτε ότι σας έχουν περιορίσει στο πεντάλεπτο. Το ερώτημα που πρέπει να θέσετε στον εαυτό σας είναι κατά πόσο είσαστε άνθρωπος. Θα δυσκολευτείτε να μπείτε στον τομέα της αξιολογίας (που έχει σχέση με τις αξίες) και να αποδείξετε ότι είσαστε άνθρωπος. Χρειαζόσαστε ένα μεγαλύτερο πάχος χρόνου, μεγαλύτερη μνήμη. Για έναν άνθρωπο που έχει μόνο αυτή τη μνήμη δεν αλλάζουν οι μέρες, δεν αλλάζει η εβδομάδα, ούτε ο μήνας, ούτε ο χρόνος και ζει συνεχώς στο ίδιο παρόν. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με το μοντέλο του κοινωνικού ατόμου.
0:05:32 Αν μεγαλώσουμε λίγο το βάθος της μνήμης τότε θα μπορούμε να εντάξουμε μερικά στοιχεία από αυτό που ονομάζουμε ανθρωπότητα. Άτομο είναι το στοιχείο που ανήκει στην κοινωνία. Άνθρωπος είναι το στοιχείο που ανήκει στην ανθρωπότητα. … Όταν δεν έχετε μνήμη μπορούν να σας χειραγωγήσουν. Στην ηλικία που είστε, είστε το ιδανικό κοινό για δικτατορίες γιατί; Πρώτα απ’ όλα δεν τις έχετε ζήσει. Άρα θα είναι κάτι νέο. Εφόσον θα είναι κάτι νέο θα έχετε και ενθουσιασμό. Θα είσαστε από τους πρώτους που θα παλέψουν γι’ αυτόν τον «ιερό αγώνα» γιατί οι γέροι θα είμαστε οι συντηρητικοί. Αν διαβάσετε στην ιστορία θα δείτε ότι κάθε φορά που υπήρχε ένα δικτατορικό καθεστώς ο πρώτος στόχος ήταν η παιδεία, γιατί είσαστε τα καλύτερα θύματα. Εφόσον δεν έχετε μνήμη όταν σας δίνουν δεδομένα δεν μπορείτε να τα συγκρίνετε.
0:09:33 Γενικά όλοι οι νέοι είστε πολύ καλοί στην ταχύτητα. Πάτε πιο γρήγορα από τους γέρους. Έχετε ένα μικρό ελάττωμα, δεν ξέρετε που να πάτε! Αλλά πάτε γρήγορα. Άρα το θέμα είναι ο στόχος. Ο γέρος που δεν μπορεί να τρέξει γρήγορα θα ψάξει πρώτα τον στόχο. Μετά μπαίνει το πλαίσιο της τεμπελιάς. Η τεμπελιά είναι πολύ καλή γιατί αυτό είναι το διαχωριστικό στοιχείο μεταξύ της εξυπνάδας ή όχι. Αν δεν είσαστε καθόλου τεμπέληδες πολύ συχνά είστε μόνο βλάκες, γιατί η τεμπελιά είναι το απαραίτητο στάδιο της νοημοσύνης. Αν δεν είσαστε τεμπέλης δεν σας πειράζει να κάνετε το ίδιο πράγμα. Όπως συχνά δεν έχετε μνήμη έχετε την εντύπωση ότι κάμνετε κάτι καινούργιο. Άρα η ιδέα είναι να θυμηθείτε ότι το έχετε κάνει.
0:11:52 Το θέμα των νέων γενικότερα είναι ότι δεν έχετε πολλές αντοχές. Η ταχύτητα πάει με τη λήθη. Ότι κάμνετε γρήγορα το ξεχνάτε γρήγορα. Να το θυμάστε και για τις σχέσεις σας … Το διάβασμα δεν πάει γρήγορα, αυτό λέγεται πέρασμα, συνήθως είμαστε στα περάσματα … το μάτι σας πέρασε από πάνω από πού ήταν να διαβάσετε … αυτό που περνάτε το λέτε διαβάζω, αυτό που διαβάζετε το λέτε μελετάω, αυτό που λέτε μελετάω λέτε το έμαθα. Η ταχύτητα πάει με τη λήθη, η βραδύτητα πάει με τη μνήμη. Είναι μερικά παιδιά που είναι πιο αργά, αντέχουν περισσότερο και μετά θυμώνουν-θυμούνται. Το θέμα είναι, να θυμάστε ή να μην ξεχνάτε; Ποια είναι η διαφορά.
0:16:34 Υπάρχουν μερικοί από σας που δεν έχουν παρέες; Αυτό που θα εξηγήσουμε για τις παρέες να μην το πείτε στην παρέα σας. Τα άτομα ψάχνουν τις παρέες για να βρουν τον εαυτό τους. Είσαστε με μια παρέα και σας λέει κάποιος τι κάνατε; Λέτε, τίποτα περάσαμε καλά. Αυτός είναι ο στόχος της παρέας. Όταν βγαίνετε με κάποιον για μια παρέα είναι για να βρεθείτε με κάποιον που σας μοιάζει για να μην κάνετε τίποτα και να το ευχαριστηθείτε. Αυτός είναι ο στόχος της παρέας. Ο στόχος της ομάδας είναι να βρείτε ανθρώπους που σας συμπληρώνουν για να κάνετε ένα έργο. Εδώ έχετε ένα ανθρώπινο πλαίσιο που είναι πιο δύσκολο. Στις παρέες οι δείκτες νοημοσύνης σχετίζονται. Το πιο ωραίο βέβαια είναι ότι ο καθένας μέσα στη παρέα θεωρεί ότι είναι ο πιο έξυπνος της παρέας, αλλά ξεχνάει ότι είναι ο καθένας. … Το ωραίο στις παρέες είναι ότι επιπλέον συμφωνείτε. Τα δικτατορικά καθεστώτα το πρώτο πράγμα που κάνουν όταν πιάνουν ένα νέο είναι να πιάσουν την παρέα του γιατί είναι του ίδιου τύπου, όπως επηρεάζουν αυτόν θα επηρεάσουν και την παρέα του. Εκτός αν αντιστέκονται.
0:32:24 Η έννοιες που έχουν αξίες είναι συχνά πολύπλοκες ως δομή και είναι απλές. Τι είναι μια εκκλησία; Αν σας πω περιγράψτε μου μια εκκλησία τότε θα αρχίσετε να δυσκολεύεστε …
0:43:57 Ο καθηγητής θέλει να είναι αποδεκτός, ο δάσκαλος δέχεται την αμφισβήτηση. Εδώ ακόμα κι ο Χριστός τη δέχτηκε, δηλαδή, έδειξε τα χέρια του στον Θωμά. Ο δάσκαλος γιατί δέχεται την αμφισβήτηση; Γιατί η αμφισβήτηση είναι η πρώτη μορφή διαλόγου. Η μίμηση είναι η πρώτη μορφή θαυμασμού. Ο κανονικός καθηγητής θέλει οι φοιτητές να είναι σαν αυτόν. … θέλει να απαντήσετε όπως θα απαντούσε αυτός. Ο δάσκαλος θέλει από σας απλώς να βρείτε μια λύση. Μπορεί να είναι μια διαφορετική, δεν μας πειράζει. Ο δάσκαλος θα σας πει να διασταυρώσετε αυτά που σας λέει, να μην τα πιστεύετε, να θεωρείτε ότι είναι λάθος.
0:46:20 Πρέπει να δώσεις χρόνο στον άλλον, να σε αμφισβητήσει, να πει δεν μπορεί να είναι σωστό αυτό που λες, να το βρει και αν το βρει προχωράει στο επόμενο. Αν σου πει, δάσκαλε δεν το κατάλαβα, του εξηγείς. Αλλά δεν του εξηγείς πριν. Οι καθηγητές σας εξηγούν πριν νιώσετε την δυσκολία, γιατί είναι ο τρόπος για να επιβληθούν πιο γρήγορα.
0:52:27 Δεν υπάρχει πλαίσιο εμπιστοσύνης μεταξύ δασκάλου και μαθητή διότι ο δάσκαλος δεν του κρύβει κάτι. Πάει ανάποδα. Ενώ εσείς λέτε, πρέπει να τον εμπιστεύεσαι τον δάσκαλο. Όχι, γιατί άμα το κάνετε αυτό όταν θα σας πει κάτι το οποίο είναι λανθασμένο θα συμφωνήσετε.
0:57:57 Για να αντισταθείς, θες αντοχή, θες κότσια, θες ανθεκτικότητα, είναι δύσκολο. Για να αντιδράσεις, σου λεν κάτι αντιδράς αμέσως. Η αντίσταση είναι μια έννοια που είναι πολύ σημαντική για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι το άτομο που αντιστέκεται, και γιατί αντιστέκεται; Γιατί θυμάται. Αν θυμάστε τότε η νοημοσύνη σας έχει κομμάτια ανθρωπότητας. Το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι της ανθρωπότητας που έχει η νοημοσύνη σας είναι η μνήμη, την οποία σιγά-σιγά θα την μετατρέψετε σε συλλογική μνήμη, δηλαδή δεν θα είσαστε πια μόνος, δεν θα έχετε ένα φαινόμενο σολιψισμού, θα έχετε ένα διαχρονικό σημείο.
1:10:13 Τη νοημοσύνη την έχετε ή δεν την έχετε. Η σκέψη είναι αυτό που σας διδάσκει ο δάσκαλος. Η σκέψη πάνω στην σκέψη είναι η συνείδηση. Ξέρεις ότι σκέφτεσαι. Οι υπολογιστές σκέφτονται αλλά δεν το ξέρουν. … Πολύ συχνά στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδος ποντάρουμε πολύ στην ταχύτητα, διευκολύνει τους γρήγορους μαθητές και βέβαια τους κόπανους που απαντάν από αντίδραση. Δεν βάζουνε δύσκολες ερωτήσεις. Άμα βάζαμε δύσκολες ερωτήσεις θα έπρεπε να περιμέναμε ένα τέταρτο μέχρι να έχουμε τη πρώτη απάντηση. … Η αποθέωση του μαθητή προέρχεται από την ταχύτητα της απάντησης.
1:16:13 Αυτό που έχει ξετινάξει το σύστημα της εκπαίδευσης είναι ότι πρέπει να βρούμε ψυχολογικά προβλήματα, να τον δικαιολογήσουμε, να του πούμε, ξέρεις, είσαι κόπανος αλλά δεν πειράζει θα τα καταφέρεις. Ενώ εγώ θεωρώ ότι δεν είναι κόπανος και του δίνω τη δυνατότητα να το σκεφτεί. … Άμα δεν τον σεβόμουνα θα του έλεγα, πήγαινε. … Πες μου γιατί η ερώτησή του («μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις πράξεις μία φορά αναγκαστικά ή όχι;» Εγώ τώρα ξέρω ότι δεν το έχεις βρει – με τους αριθμούς 1, 3, 4, 6 βρείτε το 24 χρησιμοποιώντας τις τέσσερεις μαθηματικές πράξεις) μου αποδεικνύει ότι δεν έχει βρει την απάντηση; Είναι πολύ κακό που έχουμε στην εκπαίδευση το να μην πειράξουμε τον μαθητή. Η διδασκαλία είναι να πειράζω. Άμα δεν πειράζω ο άλλος δεν εξελίσσεται.
1:18:48 Ο Πλάτωνας ήταν μαθητής του Σωκράτη. Ο Αριστοτέλης ήταν μαθητής του Πλάτωνα. Ο Αλέξανδρος ήταν μαθητής του Αριστοτέλη. Δεν με ενδιαφέρει γιατί οι άλλοι δεν έγιναν έτσι. Εμένα αυτό που με αγγίζει είναι ότι αυτή η τετράδα υπάρχει. Μ’ αγγίζει ο άνθρωπος, μ’ αγγίζει το σπάνιο. Δεν με ενδιαφέρει οι άλλοι αν δεν θέλουν να το κάνουν. Ας μη το κάνουν.
1:20:28 Μερικές φορές με ρωτάν οι εκπαιδευτικοί, πώς να αγγίξουμε τα παιδιά; Πρώτον, γιατί θέλετε να τα αγγίξετε; Αλλά και να θέλετε, αυτό που έχει σημασία είναι να σας αγγίξει αυτό.
1:22:16 Η νοημοσύνη φανταστείτε ότι είναι ένα ποτήρι. Μερικοί έχουν μεγάλο ποτήρι και μερικοί έχουν μικρό ποτήρι. Θα μου πείτε γιατί να πάμε στο σχολείο; Το σχολείο είναι αυτό που σας επιτρέπει να το γεμίσετε. Είναι μερικοί που έχουν σφηνάκι, αλλά είναι τίγκα. Και είναι μερικοί που έχουν ένα μεγάλο ποτήρι και είναι άδειο. Δεν χρησιμοποιήθηκαν. … Για τον Τολστόι το μεγαλύτερο ταλέντο είναι να χρησιμοποιείς το ταλέντο σου. Αλλά αυτό είναι μετά-ταλέντο. Τι εννοούμε μετα-ταλέντο; Αυτό που λέει ο Σωκράτης. Όταν ο Σωκράτης λέει, εγώ ξέρω ότι δεν ξέρω, λέμε, μας δουλεύει. Γιατί θεωρούμε ότι εφόσον ξέρει ότι δεν ξέρει τότε γιατί δεν ξέρει, ξέρει τουλάχιστον ότι δεν ξέρει. Δεν έχουν αντιληφθεί ότι το πρώτο ξέρω δεν έχει σχέση με το δεύτερο. Το δεύτερο, εφόσον είναι δεύτερο δεν έχει πια το νόημα του πρώτου. Η σκέψη πάνω στη σκέψη είναι δύο φορές η λέξη σκέψη, αλλά όμως επειδή την έχω βάλει πάνω έχει γίνει συνείδηση, δεν είναι πια σκέψη, έχει αλλάξει. Δηλαδή η γνώση της άγνοιας δεν είναι μια γνώση, είναι μετα-γνώση, είναι πιο πάνω, είναι μία συνείδηση ότι δεν ξέρω. Το ότι συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω δεν σημαίνει ότι ξέρω κάτι, απλώς το συνειδητοποιώ.
Αυτό που προσπαθούσα τώρα με τον μικρό είναι να συνειδητοποιήσει ότι κάτι δεν πάει καλά. Πριν μου έκανε σκέψη. Τώρα έχει μπει στη διαδικασία να κάνει σκέψη πάνω στη σκέψη. Γιατί αυτό που ρώτησα λέει στον Λυγερό ότι δεν το έχω βρει; Αν του έλεγα είναι σωστό ή όχι θα θεωρούσα ότι είναι απλός υπολογιστής. Δεν θα του έδινα την ανθρωπιά, δεν θα έμπαινα σε αυτή τη διαδικασία. Έχετε λοιπόν την εντύπωση, όταν λειτουργούμε κοινωνικά για να βοηθήσουμε κάποιον ότι στην πραγματικότητα δεν τον βοηθάμε να αναπτυχθεί, βοηθάμε τον εαυτό μας για να εκτονωθεί. Την ώρα που δεν το άφησα να πάει εσένα σε νευρίασα. … Όταν διαβάζετε τους διαλόγους του Σωκράτη τώρα, το μόνο που μπορείτε να πείτε για τον Σωκράτη είναι ότι είναι πρήχτης. Δηλαδή λες, έλεος! Από δω τον έχει, από κει τον έχει, …
1:28:23 Βλέπετε τη διαφορά μεταξύ ξεχνώ, δεν ξεχνώ και θυμάμαι; Το θυμάμαι είναι παθητικό, απλώς κρατάς. Το δεν ξεχνώ, αποφασίζεις να αντισταθείς. Μεγάλη διαφορά.
1:29:18 Εγώ αυτό που θέλω να καταλάβω είναι ότι εφόσον υπάρχει τοίχος μετά θα πρέπει να ψάξω για πόρτα. Όταν θα περάσω από την πόρτα, θα βρεθώ ακριβώς πίσω από τον τοίχο, θα είναι σαν να έχω διασχίσει τον τοίχο. Η νοημοσύνη είναι αυτό που εντοπίζει τον τοίχο. Η σκέψη είναι αυτό που σας λέει πώς να τον ξεπεράσετε. Οι δάσκαλοι στο σχολείο σας δίνουν μεθοδολογίες για να ξεπεράσετε τα όρια σας. Για να ξεπεράσετε τα όρια σας όμως δεν πρέπει να είσαστε ισορροπημένοι. Και αυτό που λέει ο Prigogine είναι ότι η δημιουργικότητα στα συστήματα τα πολύπλοκα γίνεται εκτός ισορροπίας. Όταν έχουμε την ισορροπία στα θερμοδυναμικά συστήματα έχουμε μία νέκρα. Όλα σταθεροποιούνται. … Στην εκπαίδευση δεν δίνουμε αρκετό βαθμό ελευθερίας στον μαθητή, γιαυτό πάμε γρήγορα να του δώσουμε τη λύση, και όταν δίνουμε γρήγορα τη λύση δεν καταλαβαίνει τη δυσκολία.
1:31:45 Ανοιχτά προβλήματα. Δηλαδή, όταν βλέπετε την εκφώνηση, φαίνεται απλό. Όταν βλέπετε τη λύση φαίνεται απλό. Αλλά δεν ξέρετε πώς να περάσετε από το ένα στο άλλο. Άρα έχετε ένα τετράγωνο που πρέπει να το κόψετε στα πέντε, όπως θέλετε και να τα ξανασυναρμολογήσετε τα πέντε για να φτιάξετε δύο τετράγωνα. Βλέπετε όμως ότι η εκφώνηση δεν σας βοηθάει να πείτε προς πια κατεύθυνση να πάω για να βρω. Και δυστυχώς δεν χρησιμοποιούμε πολλές ασκήσεις τέτοιου τύπου.
Τώρα μιλάω στους εκπαιδευτικούς. Μετά από δυο-τρία μαθήματα έχετε μία κατάταξη. Δύσκολα ξεκολλάτε από αυτή τη κατάταξη. … θα δείτε όταν βαθμολογείτε έναν που έχει καλούς βαθμούς δεν κοιτάζετε την κόλλα με την ίδιο τρόπο, με αυτόν που έχει κακούς βαθμούς. … Την πρώτη φορά που έκανα ένα μάθημα μαθηματικών πληροφορικής σε μία τάξη, αυτοί είχαν μια κατάταξη μεταξύ τους, βάζω μια άσκηση και πετάγεται ένας και λέει, τέλειωσα. Εγώ δεν τους ξέρω, πηγαίνω και βλέπω ότι τέλειωσε. Μέσα στη τάξη τώρα, οι άλλοι, ε, όχι και τέλειωσε αυτός! Με την κατάταξη που είχε γίνει αυτός δεν μπορούσε να είχε τελειώσει πριν από τους άλλους. Εγώ κάνω ότι δεν ακούω. Βάζω άλλη άσκηση. Καμία σχέση με την πρώτη … τέλειωσα! Εκεί τα πήραν εντελώς οι άλλοι … το πρώτο πράγμα που λεν, είναι αυτοί γνωρίζονται δεν γίνεται, ξέρει ήδη τις ασκήσεις. Γιατί θεωρούν ότι πιθανότατα θα είναι ήδη γνωστός αυτός που θεωρούσαν ότι δεν είναι καλός και ποτέ δεν σκέφτηκαν ότι αυτός ήταν καλός σε τέτοια προβλήματα. Και όταν τους βάλαμε τέτοια προβλήματα, οι κανονικοί μαθητές που κάνουν δεκαπέντε φορές το ίδιο πράγμα χωρίς καμιά δυσκολία ενώ ο άλλος βαριέται.
1:44:32 Χάνουμε χρόνο, γιατί μόνο όταν χάνουμε χρόνο υπάρχει μια επένδυση στο έργο. Δίχως χάσιμο χρόνου δεν παράγουμε τίποτα … Οι συνάδελφοι μου λένε, δεν έχουμε χρόνο, δεν έχουμε τελειώσει την ύλη, τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ τους λέω: εγώ είμαι εκτός ύλης, εγώ ασχολούμαι μόνο με ενέργεια, και το να χάνω χρόνο είναι ο μόνος τρόπος που δείχνω στον μαθητή ότι τον σέβομαι. Γιατί αυτός ο χρόνος που χάνει ο ένας είναι ο χρόνος που επενδύει ο άλλος. Κι εφόσον υπάρχει αυτό το χάσιμο χρόνου υπάρχει και μια εξέλιξη και δημιουργείται αυτή η σχέση. Βέβαια είναι μια σχέση που βασίζεται πάνω στη γνώση και δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη λειτουργεί πολύ μετά. Εμάς μας ενδιαφέρει στη ζωή για να γίνουμε άνθρωποι να υπάρχουν προβλήματα. Γιατί όταν δεν υπάρχουν τα προβλήματα δεν υπάρχουν και οι λύσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μέσα από τις δυσκολίες μπορείτε να τις ξεπεράσετε. Ξεπερνάμε μόνο τις δυσκολίες όχι ευκολίες! Άρα όταν σας δίνει κάποιος δυσκολίες να λέτε, εντάξει, αλλά όταν το προσπαθήσετε να το κάνετε. Ευχαριστώ πολύ, νάστε καλά.
Γενοκτονία είναι να σου αφανίζω τόσα πολλά στοιχεία που να μην μπορείς να αποδείξεις ότι είσαι εσύ.
1:50:44 Στη ζωή μας ενδιαφέρει, για να γίνουμε άνθρωποι να υπάρχουν προβλήματα, γιατί όταν δεν υπάρχουν τα προβλήματα δεν υπάρχουν και οι λύσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μέσα από τις δυσκολίες μπορείτε να τις ξεπεράσετε. Ξεπερνάμε μόνο τις δυσκολίες, όχι τις ευκολίες. Άρα όταν σας δίνει κάποιος δυσκολίες να λέτε, εντάξει."
Νίκος Λυγερός: Νοημοσύνη και Άνθρωπος
Πηγή (αποσπάσματα της διάλεξης «Νοημοσύνη και Άνθρωπος». Πνευματικό Κέντρο Κρύας Βρύσης, Τετάρτη 18/1/2012)
Η έννοια της ελευθερίας και του αγώνα μέσα από τον μύθο Ο Σίσυφος κι ο βράχος
Καθώς ό Σίσυφος κινείται άνηφαρικά στήν πλαγιά του λόφου, σπρώχνοντας τον βράχο πρός την κορυφή, πραγματοποιεί βήματα πρός τήν Ελευθερία.
Ανεβαίνοντας σ' ένα όποιοδήποτε ύψος, φθάνει σε κάποιο βαθμό έλευθερώσεως.
Μόνον αν εφθανε στην κορυφή, θα είχε φθάσει στήν άδιαβάθμητη καί άπόλυτη Ελευθερία. Τοϋτο όμως δέν συμβαίνει, κατά τον έλληνικό μυθο, ποτέ. Αντίθετα, ό βράχος κάποτε του ξεφεύγει και κατρακυλά στήν κατηφόρα τής πλαγιάς.
Τό σημείο όπου αρχίζει ή κίνηση πρός τήν Ελευθερία, τά ριζά του λόφου, είναι απροσδιόριστο, χάνεται μέσα στά άνεξερεύνητα βάθη τής άρχής του Οντος. Αρχή τής Ελευθερίας δεν μπορεί νά είναι ή «γέννηση» ή ή «γένεση», του άτόμου ή του Κόσμου. Ή «γέννηση» προϋποθέτει «σύλληψη» καί «κύηση», παράγοντες, δηλαδή, πού άν καί είναι «προγενετικοί», καθορίζουν αυστηρά τήν πορεία του γεννωμένου. Καί ή σχέση του αιτίου και αίτιατου δεν έχει άρχή καί τέλος. Τό χρονικό και χωρικό σημείο πριν άπό τό όποιο δέν υπάρχει κίνηση πρός τήν ’Ελευθερία δέν είναι Αντιληπτό, όπως καί στά Μαθηματικά δέν είναι Αντιληπτή, καί «είναι συμβατική καί αυθαίρετη —καί γιαυτό δέν μπορεί νά όρισθή— ή έννοια του «σημείου».
Καθώς καί τό σημείο, μετά άπό τό όποιο ύπάρχει ή άπόλυτη Ελευθερία, ή κορυφή τού λόφου, δέν είναι άντιληπτό' ό Σίσυφος δέν Ανέβηκε ποτέ, είναι σημείο - χίμαιρα, πού τό κυνήγα αιώνια χωρίς νά μπορή νά τό πιάση. Τό τέλος τής κινήσεως πρός τήν Ελευθερία δέν μπορεί νά όρισθή, όπως δέν μπορεί νά όρισθή στά Μαθηματικα —και είναι συμβατική καί αυθαίρετη— ή έννοια του «Απείρου».
Δεν έχει όρια, δεν έχει οΰτε Αρχή ούτε τέλος ή ’Ελευθερία. Ελευθερία είναι ό ίδιος ό Θεός. Δέν μπορεί νά διατυπωθή όρισμός τής Ελευθερίας, όπως δέν μπαρεί κάν νά όρισθή τό τί δέν είναι Ελευθερία —καί όσοι υποστηρίζουν την ’Ελευθερία έτσι, Αρνητικά, ξεκινούν πάντοτε άπό Ανθρωποκεντρική (θά λέγαμε «σισυφοκεντρική») αφετηρία καί αφήνουν έξω Από τόν ορισιμό του τί δέν είναι Ελευθερία ένα μέρος του Οντος, μέρος πού βρίσκεται εξω Από τόν Σίσυφο.
Φανταστικά, ό Σίσυφος θα μπορούσε κατ’ έλευθέραν βούλησιν να καθορίση τήν Αρχή καί τό τέλος τής κινήσεώς του, θα μπορούσε δηλαδή από μόνος του νά γίνη είτε Απολύτως μή έλεύθέρος, εϊτε Απολύτως ελεύθερος, μόνο στήν περίπτωση πού θά έπορεύετο σε μιά πεδιάδα μονάχος του, όχι στήν Ανηφόρια του λόφου, καί χωρίς τόν βράχο πού σπρώχνει. Τούτο θά συνέβαινε, αν ό άνθρωπος ήταν άναρχος, άν δέν ήταν δημιούργημα τής 'Ελευθερίας, αλλά δημιουργός του έαυτοϋ του —πράγμα αδύνατον. Έτσι, Σίσυφος καί βράχος, με τό κοινό άνέβασμά τους στήν πλαγιά, καθορίζουν τό ύφηλότερο σημείο πού θά φθάση ή κίνηση πρός τήν Ελευθερία. Μόνος του ό Σίσυφος δέν φθάνει πουθενά.
Ειδικά, ό ρόλος του Σίσυφου έξαντλεΐται μέσα στά όρια ένός «διαστήματος» πού συμπίπτει μέ τήν τροχιά πού διαγράφει σπρώχνοντας τόν βράχο, και μηδενίζεται πριν καί μετά τά όρια αυτά, όπωσδήποτε πριν άπό τήν Αρχή τής Ανηφοριας αλλά καί όπωσδήποτε πρίν Από τήν κορυφή.
Τό τρίπτυχο, -λόφος -Σίσυφος— βρόχος, Απόλυτα Αξεχώριστο, Αντικατοπτρίζει τήν Αναγκαστική συνύπαρξη του Ανθρώπου μέ τό περιβάλλον του καί τό έκτος αυτού "Όν, τήν Τύχη καί τήν ’Αναγκαιότητα. Δέν ύπάρχει περίπτωση άπομονώσεως του Ανθρώπου, καταργήσεως του «έξωανθρώπινου». Δέν νοείται ό Σίσυφος χωρίς τήν Ανηφοριά και χωρίς τόν βράχο. Ό άνθρωπος καί τό έξωανθρώπινο υποχρεωτικά «Αντιμάχονται», «ερίζουν», Αλλά καί συμπορεύονται ζευγαρωτά, άρμονικά καί Ανηφορικά, Αφοϋ ή ούσία τής ύπάρξεως του Σίσυφου τοποθετείται Ακριβώς στήν Ικανότητά του: νά ώθή, πολύ ή λίγο, τον βράχο στην άνηφοριά καί οχι στήν έγκατάλειψη του λόφου, έγκατάλειψη πού δέν θά είχε, σέ τελευταία άνάλυση, κανένα νόημα, διότι θά άφαιροϋσε άπ' αύτόν τήν δυνατότητα τής κινήσεως πρός τα έπάνω. Καί ή δυνατότητα αυτή, σάν πολυπόθητο αίτημα τής ζωής, είναι αυτή αΰτη ή άπελευθέρωση, οίουδήποτε βαθμού, πού έπιδιώκει μέ τον άγώνα της ή άνθρωπότητα, σάν άτομα καί σάν σύνολο.
Ή έλευθέρωση, ή θέωση, είναι άκριβώς ή συνισταμένη της άντιμαχίας, (τής «’Έριδος», καθ’ Ηράκλειτον) μεταξύ του βάρους του βράχου καί τής προωθητικής δυνάμεως πού καταβάλλει ό άνθρωπος. «Γέννημα» των δύο άντιθέτων αυτών δυνάμεων, τής Ελευθερίας και τής ’Αναγκαιότητας, ή έλευθέρωση είναι σέ τελευταία άνάλυση ή εναρμόνιση μεταξύ τους, ή άφομοίωση, ή ταύτιση» ή ένοποίησή τους, όπως ή συνισταμένη τής ήλιακής έλξεως καί τής γήινης έλξεως είναι ή ήρεμη, άδιατάρακτη, άρμονική καί αιώνια τροχιά τής Γης γύρω άπό τον έαυτό της και γύρω άπό τών ήλιο Καί όπως ή Γή άν απαλλασσόταν άπό τήν ήλιακή έλξη, θά «έχα~νε τον δρόμο της» και θά χανόταν καί ή ίδια μέσα στο Σύμπαν, θά αύτοκαταστρεφόταν, έτσι καί ό Σίσυφος, άν σταματούσε τήν ώθηση του βράχου στήν άνηφοριά του λόφου, θά τού ξέφευγε ό βράχος, θά κατρακυλούσε και θά πλάκωνε καί τόν ίδιον. Ή συνύπαρξη του Σίσυφου μέ τόν βράχο είναι λειτουργία του Λόγου, του Κοσμογονικού Νόμου, είναι έκφραση τής άρχής πού ένώνει καί συντηρεί τόν Κόσμο. Ή άρμονική άνηφορική συμπόρευσή του μέ τό βράχο είναι ή «σύνταξή» του, ή «συμμόρφωσή» του πρός τόν Νόμο. Ή απόπειρα έγκαταλείψεως του βράχου άποτελεΐ παράβαση του Νόμου, «κατήφορο», και συνεπάγεται τήν επέμβαση τής Δίκης καί τήν καταστροφή του παραβάτη.
Ό βαθμός έλευθερώσεως, θεώσεως του άνθρώπου —τό «διάστημα» τής τροχιάς τοϋ Σίσυφου στήν πλαγιά —είναι άπεριόριστός, άπειρος. Ή συμμόρφωση πρός τόν Κοσμογονικό Νόμο, άν δεν φέρη στήν άπόλυτη Ελευθερία, μπορεί όμως νά όδηγήση τόν άνθρωπο σέ έπίπεδα γιγαντιαίας φυσικής και πνευματικής άνόδου — καί ή Ιστορία βρίθει άπό παραδείγματα άτόμων καί Εθνών πού άνυψώθηκαν σ' αυτή τήν κατάσταση όπως, άλλωστε, βρίθει κι άπο παραδείγματα αύτοκαταστρεφόμενων άτόμων και Εθνών πού παρέβησαν τόν Κοσμογονικό Νόμο — άτόμων καί Εθνών πού άφησαν τόν βράχο, με άποτέλεσμα νά κατρακυλήση καί νά τά πλάκωση.
Ή σύγχρονη φάση τής Ιστορίας τής άνθρωπότητας, ή σημερινή έποχή τής παρακμής, χαρακτηρίζεται άκριβώς άπό την παράβαση του Κοσμογονικου Νόμου, τήν άνατροπή του, μέσω του μοχλού τής Λογοκρατίας καί τεχνοκρατίας.
Πηγή: Δημμήτρης Λάμπρου, Αναζήτηση, Δοκίμιο Ελληνικής Ιδεολογίας, Δαύλος 1981
Ο Προκρούστης και η θεά Δίκη (Ισότητα - Δικαιοσύνη)
Η έννοια τής ισότητας δεν εχει «άντίκρυσμα» στη Φύση. Δέν ύπάρχει κανένα είδος ζώων πού τά άτομά του νά παρουσιάζουν μεταξύ τους ίσο σωματικό μέγεθος, ισες πνευματικές δυνάμεις, ίσες φυσικές δυνάμεις, ιση διάρκεια ζωής, ιση γονιμότητα, ιση δραστηριότητα κλπ. Αντίθετα ή άνισότητα κυριαρχεί παντού στή Φύση. Διαφορά στο σώμα, στην ευφυΐα, στή δύναμη, στό χρόνο ζωής, στην Ικανότητα αναπαραγωγής, στήν δράση. Διαφορά μεταξύ ειδών, διαφορά μεταξύ άτόμων του αύτου είδους, διαφορά μεταξύ φύλων, διαφορά μεταξύ ήλικιών, διαφορά μεταξύ όμάδων, διαφορά μεταξύ μελών τής ιδιας όμάδας. Ή Μητέρα Φύση, ό Κοσμογονικός Νόμος, άρνεϊται νά ίσοπεδώση τά παιδιά του και έπιμένει νά τούς μοιράζη άνισα τις Ικανότητες καί δυνατότητες.
Αντίθετα, ή ίδέα τής δικαιοσύνης είναι διάχυτη σ’ ολη τή Φύση, άποτελει νόμο τής Φύσεως. Ό ίκανός έπιβάλλεται του άνίκανου. Ό δραστήριος του νωθρού. Ό ευφυής του βλακός. Ό ισχυρός του άσθενους. Ό υγιής του άρρωστου. Ή Φύση απαγορεύει την άναξιοκρατία, άποτρέπει τήν επιβολή τών άχρηστων έπί τών άξιων, των άσήμαντων έπί τών εξοχων, τών άτελών έπΐ τών άνεπτυγμένων. Ή Φύση άποτρέπει τήν άδικία καί έπιβάλλοντας υποχρεωτικά τόν άνταγώνισμό μεταξύ των οντων, συνάγει την αδέκαστη κρίση της απονέμοντας ο,τι άναλογεί έπΐ δικαίους καί ο,τι άναλογεί έπΐ άδικους.
Ή έννοια τής ισότητας είναι άπόλυτα άσυμβίβαστη πρός τήν ιδέα τής δικαιοσύνης. Και άντίστροφα. Όπου υπάρχει δικαιοσύνη δέν υπάρχει ισότητα. Και οπου υπάρχει ‘Ισότητα δέν υπάρχει δικαιοσύνη. Δεν νοείται συνύπαρξη των δύο αυτών έννοιών. Ή μία καταργεί, άνατρέπει τήν άλλη. Όταν κυρίαρχη η δικαιοσύνη, οί φυσικά καί ηθικά κατώτεροι όδηγουνται άπό τούς φυσικά καί ήθικά άνώτερους, ή μοίρα τών πρώτων καθορίζεται άπό τούς δεύτερους, κάθε έξίσωση μεταξύ τους είναι άιδιανόητη καί άνεπίτρεπτη, ή έξομοίωση συνεπάγεται τήν άδικία. Και οταν κυρίαρχη ή ισότητα, δέν υπάρχει διάκριση μεταξύ δικαίων και άδίκων, ό ρόλος τών ήθικά καί φυσικά κατώτερων είναι ό ίδιος με τον ρόλο τών άνώτερων, ή μοίρα τών εξοχων, τών άξιων, τών τίμιων, τών έκλεκτών είναι κοινή μέ τή μοίρα τών άναξιων, τών άτιμων, τών άσήμαντων.
Ή έννοια τής ίσότητας δέν είναι ίδέα, δηλαδή άπόλυτη όντότητα, καί δέν παίρνει ύπ’ οψη της ποιοτικές έννοιες, οπως του ήθους, του άτόμου κλπ. Στηρίζεται στήν άριθμητική έξομοίωση τών άτόμων, στήν μετατροπή τους σέ «μονάδες» άπολύτως ίσες καί όμοιες μεταξύ τους. Καταργεί τήν αυτοδυναμία και αυτοτέλεια τών άτόμων. Πρόκειται δηλαδή γιά τεχτητή κατάσταση τήν όποια καθορίζει τό ποσόν, οχι τό ποιόν καί ή άξία. Στήν τεχνητή κατάσταση τής ίσότητας ή συνείδηση του άτόμου είναι άνύπαρκτη. Γι’ αύτό και ή ισότητα είναι ποιοτικά ούδέτερη δογματική αρχή, κανόνας πού εκμηδενίζει αυθαίρετα τήν έννοια τής άξίας και θεσμοθετεί τήν τεχνητή έννοια του άριθμου, τής πλειοψηφίας.
Ή δικαιοσύνη άντίθετα άδιαφορεΐ τελείως γιά τό ποσόν καί συναρτάται τελείως πρός τό ποιόν, δέν ένδιαφέρεται γιά τόν άριθμό, τήν πλειοψηφία, άλλά γιά τήν ποιότητα, τήν άξία. Κύρια προϋπόθεση τής δικαιοσύνης είναι ή αύτοτέλεια, ή αύτοδυναμία του άτόμου, καί επομένως ή ήθική του συνείδηση. Τό σύνολο —δηλαδή ό άριθμός— δέν παίζει κανένα ρόλο. Γι’αυτό καί ή δικαιοσύνη δέν είναι κανόνας, δεν είναι τεχνητά καθορισμένο μέτρο, άλλά ήθικο - πνευματική όντότητα, μ’ άλλα λόγια ιδέα.
Έξ άλλου ή έννοια τής ισότητας είναι άπόλυτα άσυμβίβαστη πρός την 'Ελευθερία. Μέ την ισότητα καθορίζεται συμβατικά ένα μέτρο κοινό γιά ολους, μέ τό όποιο πρέπει νά ισωθούν ολοι, άνεξάρτητα άπό τις φυσικές «διαστάσεις» του καθενός. Πρέπει δηλαδή ό μεγαλύτερος άπό τό κοινό μέτρο τής Ισότητας νά «συμπτυχθή» καί ό μικρότερος νά «τεντωθή», γιά νά τό φθάσουν. ’Αλλά οταν έγώ πρέπει νά γίνω οσο έσύ καί οταν έσύ πρέπει νά γίνης οσο έγώ, χάνουμε και οί δύο τον έαυτό μας. Μ’ άλλα λόγια πρέπει νά θυσιασθή ή αυτοτέλεια του άτόμου —και συνεπώς πρέπει νά καταστραφουν οί προϋποθέσεις έλευθερώσεώς του— στό βωμό ένός αυθαίρετα προκαθορισμένου μέτρου, ξένου πρός τη φύση του, πρέπει τό άτομο νά άπαρνηθή τις φυσικές του ιδιότητες καί δυνατότητες καί νά εύθυγραιμμισθή μέ τις ιδιότητες καί τις δυνατότητες ένός κανόνος πού άλλοι, οχι αυτός, καθορίζουν —και μ’ αύτό τόν τρόπο ύποβάλλεται σέ τεχνητό έξαναγκασμό. Άλλά ό έξαναγκασμός άκριβώς άποτελεί τό στοιχείο άποτροπής τής έλευθερώσεώς, άτομικής, πολιτικής, κοινωνικοοικονομικής καί ηθικής.
Αντίθετα, ή δικαιοσύνη άποτελεί προϋπόθεση τής έλευθερώσεως, δπως και ή έλευθέρωση άποτελεί προϋπόθεση τής δικαιοσύνης. Τό άτομο δέν ύπόκειται σέ ίσοπέδωση, οί ιδιότητες, δυνατότητες καί «διαστάσεις» του άναπτύσσονται καί όλοκληρώνονται φυσικά, χωρίς περιορισμούς, χωρίς έξαναγκασμό. Ό άνθρωπος μέσω τής δικαιοσύνης έναρμονίζεται πρός τόν Κοσμογονικό Νόμο. Ό μεγάλος, ό αυτοδύναμος καί αύτοτελής, δέν έπηρεάζεται άπό τις διαστάσεις του μικρού, και ό μικρός δέν έξαναγκάζεται νά ισωθή μέ τις διαστάσεις τού μεγάλου. Και οί δύο υπάρχουν, οπως ή Μητέρα Φύση τό θέλησε, και οχι οπως έξαναγκαστικοι παράγοντες ορίζουν. Καί είναι έλεύθεροι νά άναπτύξουν τις πνευματικές καί φυσικές δυνατότητες καί «διαστάσεις» τους χωρίς κανένα άνθρώπινο περιορισμό. Ή δικαιοσύνη είναι έγνυητής τής άτομικής, πολιτικής, κοινωνικοοικονομικής καί ηθικής έλευθερώσεώς.
Τέλος, ή άρχή της Ισότητας είναι συμβίβαστη πρός τήν προοδο καί τήν έξέλιξη. Μέ τήν ισοπέδωση τών άτόμων οί ήθικά καί φυσικά Ισχυροί, πού μπορούν νά είναι οί «μπροστάρηδες» τών άλλων και νά τεθούν έπίκεφαλής της κινήσεως, ωθώντας καί τούς άλλους πρός νέες κατακτήσεις, είναι υποχρεωμένοι νά βραδυπορήσουν, γιά νά εύθυγραμμισθούν μέ τούς ήθικά και φυσικά άδύνατους, νά συγχρονίσουν τό βήμα τους μ’ αυτούς. Τήν κίνηση του συνόλου έπηρεάζει καί καθορίζει ό «μέσος όρος», όχι ή άξιότητα. Ό μέσος δρος αντιπροσωπεύει τό μηδέν, καί έπομένως ή ταχύτητα τής κινήσεως δέν είναι ούτε Αρνητική (όπισθοδρόμηση), άλλά ούτε: καί θετική (πρόοδος) , είναι μηδαμινή —δηλαδή στασιμότητα. Ετσι τά σύνολα χάνουν τόν δυναμισμό τους και μεταβάλλονται σέ στατικούς όργανισμούς, σέ κατεστημένα.
’Αντίθετα ή Θετική κίνηση, δηλαδή ή πρόοδος, προϋποθέτει τήν δικαιοσύνη. Οταν χάρη στη δικαιοσύνη τήν κίνηση τού συνόλου καθορίζη ή άξιότητα, ό ρυθμός είναι πάνω άπό τό «μέσο όρο», πάνω άπό τό μηδέν. Ή συνολική κίνηση δηλαδή είναι Θετική, είναι [μετατόπιση πρός τά έμπρός, -είναι πρόοδος. Καί τά σύνολα άποκτουν δυναμικό, έξελικτικό χαρακτήρα.
Στήν πράξη τό δόγμα τής ισότητας μεταφράζεται πολιτειακά σέ έξουσιαστικό πολιτικό καθεστώς καί κοινωνικά σέ λογοκρατικό οίκονομισμό. Στά έξουσιαστικά καθεστώτα τής πολιτικής ισοπεδώσεως (όπως π.χ. ό Κοινοβουλευτισμός) ή Ιεράρχηση τής όλότητας στηρίζεται στήν έννοια τής πλειοψηφίας. "Ολα τά άτομα ψηφίζουν καί όλοι οί ψήφοι έχουν τήν ίδια άκριβώς άξια. Ή πολιτική ισοδυναμία τών άτόμων είναι άπόλυτη. Ή ψήφος τού βλακός έχει τήν ιδια άξία με τήν ψήφο του ευφυούς και του σοφού, ή ψήφος τού διεφθαρμένου ισοδύναμη μέ τήν ψήφο τού έντιμου, ή ψήφος του παράλογου άντιστοιχεί πρός τήν ψήφο τού λογικού. Δύο βλάκες έξουδετε ρώνουν έναν ευφυή ή σοφό, δύο διεφθαρμένοι ύποτάσσουν έναν έντιμο, δύο παράλογοι κυβερνούν ένα λογικό. Στόν λογοκρατικό οίκονομισμό (όπως π.χ. ό μαρξιστικός,) ή κοινωνία στηρίζεται στό ίσο μερίδιο κάθε άτόμου έπι τών αγαθών. Δεν ύπάρχει καί έδώ (θεωρητικά) διάκριση. Ό τεμπέλης δικαιούται τά ίδια μέ τόν φιλόπονο, ό άντιπαραγωγικός άπολαμβάνει τά ισα μέ τόν παραγωγικό, ό άνικανός ταυτίζεται οικονομικά μέ τον δημιουργό.
Έξ άλλου, ή ίδέα τής δικαιοσύνης πολιτικά ύλοποιείται μέ τούς διάφορους τύπους τών Αξιοκρατικών καί τιμοκρατικών Πολιτειών και «οικονομικά μέ τήν δικαιοκρατούμενη κοινωνία. Στά σχήματα αύτά ή πλειοψηφία, τό σύνολο σάν άριθμός, δέν παίζουν κανένα ρόλο. Τά πάντα καθορίζει ή άξια, τό ποιόν, τό άτομο. έκλεκτοί, οί άξιοι και οί έντιμοι όδηγοϋν τούς υπόλοιπους. Τό μερίδιο τής συμμετοχής στή διαδικασία λήψεως άποφάσεων είναι άνάλογο πρός τήν ήθική και φυσική άξια καί τό πνευματικό ή υλικό έργο ένός έκάστου μέλους του συνόλου.
Ή δικαιοκρατούμενη κοινωνία στηρίζεται στην άρχή «ό καθένας άπολαμβάνει άνάλογα με τό έργο πού άποδίδει». Οί τεμπέληδες, οί άντιπαραγωγικοί, οί κηφήνες ξεπέφτουν, οικονομικά καί κοινωνικά, ενώ οί φιλόπονοι, παραγωγικοί, δημιουργικοί άνεβαίνουν. Ή ιεραρχία τής κοινωνίας άντικατοπτρίζει δίκαια τήν κλίμακα τής παραγωγικής άξίας των άτόμων πού τήν άποτελουν.
Αυτή είναι σε γενικές γραμμές ή διάκριση των έννοιών καί των πολιτικοκοινωνικών μορφών πού άπορρέουν άπό τήν Έννοια τής Ισότητας και τήν ιδέα τής δικαιοσύνης. Ή πρώτη, έπιβαλλόμενη βίαια, τεχνητά, με τον ήθικά ουδέτερο χαρακτήρα της ισοπέδωσε ποιοτικά τήν σημερινή άνθρωπότητα και τής έπέβαλε μιά άναξιοκρατούμενη ιεράρχηση, ή όποία άντιβαίνει πρός τή Φύση, πρός τήν Ελευθερία, τήν έννοια τής προόδου, τον σεβασμό του άτόμου και τή λογική. Τά άτομα μεταβλήθηκαν σε μονάδες, σε «νούμερα», σέ μέλη μιας άγέλης. Ή δυνατότητα έλευθερώσεως καταργήθηκε, με τήν μετατροπή τών Εθνών σέ εύκολοκυβέρνητους συρφετούς πού δέν δημιουργουν προβλήματα στούς έξουσιαστές τους. Οί κοινωνίες και τά Κράτη έγιναν Κατεστημένα, στατικοί όργανισμοί. Και αύτός είναι προφανώς ό άνομολόγητος σκοπός τής συγκροτήσεως τών Κρατών καί κοινωνιών πού στηρίζονται στήν άρχή τής ισότητας: οί έκλεκτοί, οί άξιοι, οι έλεύθεροι έξουδετερώνονται άπό τό πλήθος τών άνικάνων καί τών -δούλων καί έτσι παύουν νά άποτελουν κίνδυνο γιά τήν κατάσταση τής άκινησίας, πού είναι άναγκαία γιά τήν διαιώνιση τής κυριαρχίας του Κατεστημένου. Ή κοινωνία τής Ισότητας είναι βαθύτατα αντιδραστική, στή σύλληψη καί στήν έφαρμογή της.
Θέτοντας σάν θεμέλιο τών Πολιτειών καί κοινωνιών τήν Ιδέα τής δικαιοσύνης έχουμε τήν θεωρητική άρχή τής 'Πολιτείας τής ’Αξιοκρατίας καί τής Ελευθερίας. ’Αφήνεται άνεμπόδιστη ή φυσική διαδικασία τής άναδείξεως τών εκλεκτών και δίνεται στήν όλότητα δυναμικός καί έξελικτικός χαρακτήρας. Δεν κατοχυρώνεται ή έξουσία κανενός Κατεστημένου, καί δέν «παγώνει», δεν Εξουδετερώνεται ή ίστορική έξέλιξη. Ή κοινωνία καί Πολιτεία τής Δικαιοσύνης καί Αξιοκρατίας είναι βαθύτατα προοδευτική στή σύλληψη καί τήν έφαρμογή της.
Πηγή: Δημμήτρης Λάμπρου, Αναζήτηση, Δοκίμιο Ελληνικής Ιδεολογίας, Δαύλος 1981
Τι κινεί όμως όλον αυτόν τον μηχανισμό της νόησης;
Οι κινητήριες δυνάμεις του νου είναι τα ένστικτα, που αποτελούν και τις πηγές των συναισθημάτων. Αυτά έχουν ερευνηθεί εκτενώς αλλά χωρίς να δημιουργηθεί ακόμα μία γενικά αποδεκτή θεωρία. Υπάρχουν διάφορες σχολές ψυχολόγων, όπως οι Μπεχαβιοριστές ή Συμπεριφοριστές, οι Ηθολόγοι κ. α. Οι αρχικές θέσεις αυτών των σχολών ήσαν διαμετρικά αντίθετες, τείνουν όμως σταδιακά να συγκερασθούν. Οι Μπεχαβιοριστές πίστευαν αρχικά ότι η συμπεριφορά ενός ζώου οφείλεται αποκλειστικά σε επίκτητα ανακλαστικά που αποκτώνται με βάση ευχάριστες ή δυσάρεστες εμπειρίες. Οι Ηθολόγοι, όπως ο Konrad Lorenz, o Nikolaus Tinbergen, ο Erich von Holst κ. α., δίνουν αντίθετα έμφαση στον τεράστιο πλούτο έμφυτων ενστικτωδών αντιδράσεων, που οι απαρχές τους υπάρχουν πριν από την απόκτηση οποιασδήποτε εμπειρίας. Για παράδειγμα, το κλάμα ή το χαμόγελο είναι έμφυτες αντιδράσεις που εμφανίζονται ακόμη σε τυφλά ή κωφάλαλα μωρά που δεν έχουν την δυνατότητα να τις αποκτήσουν μιμούμενα άλλους. Παρόμοια, ακόμα πολύ νεαρά θηλαστικά διαφόρων ειδών, που δεν είχαν κανενός είδους αντίστοιχες εμπειρίες, φοβούνται να περάσουν πάνω από έναν «οπτικό γκρεμό», δηλαδή ένα διαφανές πάτωμα που εκτείνεται πάνω από έναν πραγματικό γκρεμό, όπως το χάσμα ανάμεσα σε δύο τραπέζια.
Τα ένστικτα είναι πολυσύνθετα συστήματα ελέγχου των ενεργειών και των αντιδράσεων ενός οργανισμού, που έχουν έμφυτη βάση. Τα ένστικτα εξελίσσονται όμως και διαφοροποιούνται παράλληλα με την ανάπτυξη του σώματος, όπως φαίνεται καθαρά από το σεξουαλικό ένστικτο. Τα διάφορα είδη ενστίκτων είναι επίσης ανταγωνιστικά μεταξύ τους, γιατί όταν επιδιώκουμε την εκπλήρωση ενός ενστίκτου πρέπει αναγκαστικά να παραμελήσουμε τα άλλα.
Μερικά βασικά είδη ενστίκτων ή παρορμήσεων είναι τα ακόλουθα: η δίψα, η πείνα, η σεξουαλική παρόρμηση, η επιδίωξη προσέγγισης και επαφής με άλλα ζώα ιδίως από τα νεαρά ζώα, η περιέργεια, η παρόρμηση για παιχνίδι, ο φόβος, και η επιθετικότητα. Η ύπαρξη των λιγότερο προφανών από αυτά τα ένστικτα έχει διαπιστωθεί πειραματικά. Για παράδειγμα, η επιδίωξη προσέγγισης προς ομοειδή ζώα ή ακόμα και προς απομιμήσεις τους έχει διαπιστωθεί τόσο σε νεογέννητα θηλαστικά όσο και σε νεογέννητα πουλιά.
Παρόμοια, η περιέργεια φαίνεται να είναι βασική παρόρμηση σε πιο εξελιγμένα ζώα. Η ευκαιρία να εξερευνήσουν άγνωστες περιοχές αποτελεί ισχυρό κίνητρο για να μάθουν τα ζώα να αναγνωρίζουν ερεθίσματα που οδηγούν σε αυτόν τον στόχο. Για παράδειγμα, πίθηκοι ρέζους μαθαίνουν να ξεχωρίζουν κίτρινα και μπλε χρώματα με μόνη ανταμοιβή το να κοιτάνε διάφορες σκηνές για κάποιο μικρό διάστημα. Συγγενής είναι και η παρόρμηση για παιχνίδι που συντελεί στην εξέλιξη των κιναισθητικών μηχανισμών δράσης και αντίδρασης ενός ζώου.
Συνέπειες της εξελικτικής θεώρησης του συστήματος των εννοιών Ασυνείδητο και Διαίσθηση
Η άποψη ότι οι έννοιες οφείλονται στην σταδιακή σύνθεση κιναισθητικών μηχανισμών με την καθοδήγηση των ενστίκτων σε στερεότυπα σχήματα δράσεως -αντιδράσεως μας δίνει την δυνατότητα να εξηγήσουμε τι είναι αυτό το μέρος του νου που αποκαλείται «Ασυνείδητο» από τις διάφορες ψυχαναλυτικές σχολές και ειδικότερα από τον Carl Gustav Jung. Προσφέρει επίσης μίαν εξήγηση για το πώς λειτουργεί ενδεχόμενα η ικανότητα του ανθρώπου που συνήθως ονομάζεται «διαίσθηση», δηλαδή η ικανότητα να μεταπηδήσουμε από μίαν έννοια ή ιδέα, (π. χ. ένα νοερό μοντέλο) σε κάποια άλλη, εντελώς διαφορετική, λογικά ξένη και φαινομενικά ασύνδετη.
Όπως είδαμε, το τεράστιο δίκτυο των προεννοιακών συνδέσεων που αποτελούν τα μη λεκτικά στάδια σχηματισμού κάθε έννοιας είναι ασυνείδητο. Οι προέννοιες είναι αφανείς, δηλαδή μη συνειδητοποιήσιμες, γιατί είναι από την φύση τους ασαφείς και ανειδίκευτες. Συλλαμβάνουν με κιναισθητικό τρόπο κάποια κοινά αλληλεπιδρασιακά χαρακτηριστικά, κοινά προστάδια εννοιών, που είναι λογικά πολύ διαφορετικές. Για τον λόγο αυτό είναι αδύνατο και το να τους δώσουμε ονόματα.
Έτσι έχουμε άμεσα ένα σύνολο περιεχομένων της μνήμης που μπορεί να ονομασθεί «Ασυνείδητο» και μοιάζει πολύ με το «Ασυνείδητο» όπως το αντιλαμβάνεται ο Jung, δηλαδή δεν συνδέεται τόσο με τραυματικές εμπειρίες αλλά αποτελεί κυρίως την πηγή όλων των δημιουργικών νοητικών λειτουργιών.
Αυτό το μέρος του νου εκφράζεται συνήθως αλληγορικά ή συμβολικά ακριβώς επειδή τα βαθύτερα προεννοιακά στρώματα χαρακτηρίζονται από ασάφεια και δεν μπορούν να εκφρασθούν λεκτικά. Έτσι εξηγείται γιατί τα μηνύματα που προέρχονται από το υποσυνείδητο εκφράζονται στα όνειρά μας συνήθως συμβολικά έστω και αν δεν αναφέρονται σε τραυματικές εμπειρίες. Τα όνειρά μας συνήθως μας δίνουν κάποιο μήνυμα υπό μορφή παντομίμας ή αλληγορίας και όχι άμεσα λεκτικά όπως θα έδινε κάποιος μία συμβουλή!
Ο Sigmund Freud λέει ότι αυτό γίνεται για να συγκαλυφθεί το τραυματικό περιεχόμενο του μηνύματος, το γεγονός ότι αναφέρεται σε «απωθημένες» επιθυμίες που δεν είναι κοινωνικά αποδεκτές. Υπάρχουν όμως και τα δημιουργικά μηνύματα του Ασυνειδήτου. Παράδειγμα το όνειρο του Kekule που θα περιγράψουμε παρακάτω.
Σύμφωνα με όσα είπαμε, οι προέννοιες είναι ανώνυμες και ασαφείς, δηλαδή πολυσήμαντες, με αυξανόμενη ασάφεια όσο προχωρούμε σε πιο πρώιμα στάδια. Για να εξηγηθεί το πώς συνδέονται μεταξύ τους οι διάφορες νοερές διαδικασίες δεν χρειάζεται λοιπόν να καταφύγουμε σε άγνωστα κβαντικά φαινόμενα. Η διασύνδεση των λογικών εννοιών γίνεται μέσα από το τεράστιο και πολύπλευρο δίκτυο των βαθύτερων κιναισθητικών συνειρμικών συνδέσεων, που ονομάσαμε «προέννοιες». Έτσι είναι δυνατό να οδηγηθούμε διαισθητικά από μίαν έννοια σε κάποια άλλη φαινομενικά λογικά ασύνδετη με την πρώτη. Τέτοιες εμπνεύσεις εκφράζονται στα όνειρα συνήθως συμβολικά και αλληγορικά με κάποιο είδος παντομίμας ακριβώς επειδή τα προεννοιακά επίπεδα δεν έχουν λεκτική έκφραση. Οι προέννοιες είναι ανώνυμες και το δίκτυό τους είναι σαν ένα δίκτυο δρόμων χωρίς ονόματα. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις σε κάποιον πώς να κινηθεί σε αυτό το οδικό δίκτυο.
Η αναζήτηση σχέσεων μέσα σε αυτό το χαώδες σύστημα γίνεται όχι λεκτικά αλλά με ενεργοποίηση διαφόρων κιναισθητικών σχημάτων που να συλλαμβάνουν κάποιο σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό. Παράδειγμα σημαντικής διαισθητικής έμπνευσης που αποκαλύφθηκε συμβολικά με την μορφή μίας παντομίμας είναι το όνειρο του μεγάλου χημικού του 19ου αιώνα Αύγουστου Κέκουλε, που του αποκάλυψε ότι το μόριο της βενζίνης έχει δακτυλιοειδή μορφή. Ονειρεύτηκε αλυσίδες από άτομα που συστρέφονταν σαν φίδια. Ξαφνικά κάποιο δάγκωσε την ουρά του και άρχισε να στροβιλίζεται έτσι. Αυτό που προφανώς του υπεδείκνυε το υποσυνείδητό του με αυτό το όνειρο ήταν ότι όχι μόνο η στοιχειομετρική σύνθεση (η ποσοτική συμμετοχή κάθε στοιχείου σε ένα μόριο), αλλά και η γεωμετρική διάταξη των ατόμων του μορίου της στον χώρο επηρεάζει τις χημικές ιδιότητες μίας ουσίας. Ίσως εδώ πρέπει να προστεθεί ότι ο Κέκουλε πρέπει να είχε μίαν περισσότερο ανεπτυγμένη αίσθηση διατάξεων στον χώρο από ότι άλλοι χημικοί της εποχής του, γιατί αρχικά ξεκίνησε να σπουδάζει Αρχιτεκτονική και αργότερα εστράφη στην Χημεία.
Μπορούμε να φτιάξουμε σκεπτόμενες μηχανές;
Ένα άλλο σημαντικό συμπέρασμα, στο οποίο οδηγεί αυτή η θεώρηση, είναι ότι αν θέλουμε να φτιάξουμε γνήσια σκεπτόμενες μηχανές πρέπει αυτές να είναι ρομπότ ικανά να αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και να αφομοιώνουν νέες εμπειρίες, δηλαδή να τις ενσωματώνουν σε κιναισθητικά σχήματα. Όλη η γνώση μας και ο τρόπος που εγγράφεται στην μνήμη μας είναι αλληλεπιδρασιακή. Μαθαίνουμε, δηλαδή, πώς να αλληλεπιδρούμε με το περιβάλλον και όχι κάποιες αφηρημένες λογικές σχέσεις. Για να μπορέσουν να προσεγγίσουν τα ρομπότ τις νοητικές ικανότητες του ανθρώπου πρέπει επομένως να αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον τους, όπως κάνουν οι άνθρωποι.
Πρέπει όμως, όχι μόνο να έχουν ανάλογη οργάνωση της μνήμης τους, αλλά και να έχουν την δυνατότητα συμβολικής σηματοδότησης των εννοιών (είτε λεκτικής είτε γραπτής) καθώς και τυποποίησης της χρήσης τους με συνεχή επικοινωνία με το ανθρώπινο κοινωνικό περιβάλλον. Αυτό δεν θα είναι μία σύντομη διαδικασία, γιατί απαιτεί γνήσια και συνεχή αλληλεπίδραση με αυτό το περιβάλλον. Τα ρομπότ θα μπορούσαν βέβαια να λειτουργούν πολύ γρηγορότερα, αλλά η αλληλεπίδραση με ανθρώπους θα γίνεται μοιραία με βάση την ταχύτητα αντιδράσεων των ανθρώπων και όχι των μηχανών.
Κάθε τέτοιο ρομπότ θα πρέπει, επί πλέον, να έχει τουλάχιστον μηχανισμούς ενστίκτων αυτοσυντήρησης, περιέργειας και φόβου αλλά και κοινωνικής επαφής και κοινωνικής ενσωμάτωσης (ένταξης σε μία κοινωνική ιεραρχία), γιατί χωρίς τα κοινωνικά ένστικτα δεν υπάρχει κίνητρο για την εκμάθηση της γλώσσας ούτε για συνεργασία. Ίσως όμως χρειάζεται ακόμα και ένστικτα επιθετικότητας, γιατί η αναζήτηση της λύσης ενός προβλήματος είναι ένα είδος κυνηγιού, μία μετεξέλιξη του αντιστοίχου ενστίκτου. Η σύνδεση αυτών των ενστίκτων με τις καθημερινές εμπειρίες θα οδηγήσει το ρομπότ και στην απόκτηση κάποιου είδους αυτοσυνειδησίας, δηλαδή θα διαχωρίσει εμπειρίες που αφορούν στο άτομό του από άλλες εμπειρίες που σχετίζονται μόνο με το περιβάλλον. Το να δημιουργηθούν μηχανές με ένστικτα απαιτεί βέβαια την δημιουργία μηχανικών μοντέλων για τα ένστικτα. Αυτό φαίνεται μεν να είναι δυνατό, δεν έχει όμως ακόμα μελετηθεί επαρκώς. Ένα τέτοιο μηχανικό μοντέλο είναι, για παράδειγμα, το λεγόμενο «υδραυλικό μοντέλο» του Konrad Lorenz, αλλά το μοντέλο αυτό δεν καλύπτει όλα τα είδη ενστίκτων.
Προφανώς, μία ενδεχόμενη μελλοντική δημιουργία όλων αυτών των τεχνικών προϋποθέσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς, αλλά είναι πολύ δύσκολη και απαιτεί εκτεταμένη μελέτη πολλών μηχανισμών του νευρικού συστήματος και ιδιαίτερα των ενστίκτων. Το σημαντικότερο όμως που πρέπει να επισημάνουμε εδώ είναι ότι μία τέτοια μηχανή δεν θα είναι ελεγχόμενη. Θα έχει τόσο απρόβλεπτες αντιδράσεις όσο και ένας άνθρωπος, του οποίου την προσωπικότητα δεν γνωρίζουμε. Θα έχει την ικανότητα να σχηματίζει ελεύθερους συνειρμούς με βάση τις εμπειρίες που αποκτά και επομένως θα έχει εγγενώς «ελεύθερη», δηλαδή μη ελεγχόμενη, βούληση.
Κάτι που είναι, βέβαια, άμεσα εφικτό και γίνεται ήδη στις ημέρες μας είναι η απομίμηση όλο και πιο εξειδικευμένων ειδών επεξεργασίας πληροφοριών, και ιδιαίτερα η συνεργασία ανθρώπου και μηχανής (π. χ. στα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ).
Τελική παρατήρηση: Η απεραντοσύνη των νοημάτων
Το βασικό στοιχείο όλης αυτής της θεώρησης είναι ότι οι έννοιες δεν είναι στατικές αλλά συνεχώς εξελισσόμενες. Αυτό που δίνει την εντύπωση ότι δεν μεταβάλλονται είναι ότι στην μεταξύ μας επικοινωνία είμαστε αναγκασμένοι να τις περιορίσουμε σε έναν τυπικό τρόπο χρήσης. Όμως αυτό δεν περιορίζει το συνειρμικό τους περιεχόμενο, την «εσωτερική» σημασία που μπορεί να έχουν για μας. Αυτός ο δυϊσμός λογικών κατηγοριών και υποστρώματος εμπειρικών συνειρμών δίνει στην σκέψη την δημιουργική της διάσταση, ακριβώς επειδή τα δύο αυτά συστήματα είναι ασύμβατα. Στους εμπειρικούς συνειρμούς ενυπάρχει άπειρο «λογικό» περιεχόμενο. Αυτό γίνεται ίσως καλύτερα αντιληπτό με την παρομοίωση της σχέσης εμπειρικού και λογικού περιεχομένου μίας έννοιας με την σχέση της πλευράς και της διαγωνίου ενός ορθογωνίου. Ο λόγος μεταξύ τους είναι V2 και δεν μπορεί να εκφρασθεί σαν πηλίκο ακεραίων. Μπορεί να εκφρασθεί μόνο με άπειρα μη περιοδικά επαναλαμβανόμενα δεκαδικά ψηφία: 1,41421356237309.. Χρειάζεται να αθροίσουμε όλο και μικρότερα τμήματα της πλευράς για να περιγράψουμε με όλο και μεγαλύτερη ακρίβεια την διαγώνιο, αλλά αυτό είναι μία ατέρμων διαδικασία.
Εξετάζοντας την φύση των εννοιών πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι έννοιες δεν υπάρχουν αυτοτελώς (σε έναν Πλατωνικό κόσμο ιδεών), παρά μόνο σαν όλο και πιο σύνθετοι συνδυασμοί κιναισθητικών μηχανισμών αντίληψης του περιβάλλοντος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουν άπειρο λογικό περιεχόμενο. Δεν εντάσσονται πλήρως και ολοκληρωτικά σε καμία λογική κατηγορία, σε κανένα σύμπλεγμα νοερών μηχανισμών χειρισμού μίας έννοιας. Τα νοερά μοντέλα χρήσης που προσδιορίζουν τις βασικές επικοινωνιακές ιδιότητες μίας έννοιας ΔΕΝ μπορούν να την εξαντλήσουν γιατί πηγάζει από ένα απέραντο δίκτυο συνειρμικών συνδέσεων, που είναι μάλιστα συνεχώς εξελισσόμενο. Ανακαλύπτουμε νέες πλευρές κάθε έννοιας καθώς την συνδέουμε με νέες έννοιες. Ακόμα και μία μεταβολή μόνο στην αξιολόγηση μίας έννοιας μπορεί να σημαίνει όπως είδαμε μίαν σημαντική επέκταση του νοήματός της.
Godel - Το θεώρημα της μη πληρότητας και φιλοσοφικές προεκτάσεις
Για να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος του θεωρήματος της μη πληρότητας του Godel, είναι κρίσιμο να καταλάβουμε πώς τα μαθηματικά ήταν αντιληπτά την περίοδο που αποδείχθηκε. Μετά από πολλούς αιώνες συνύπαρξης υπό ίσους όρους ασαφών διαισθητικών αντιλήψεων και ακριβούς λογικής, ταμαθηματικά στο τέλος του 19ου αιώνα άρχισαν να αποσαφηνίζονται. Επινοήθηκαν τα αποκαλούμενα τυπικά συστήματα. Στα τυπικά συστήματα τα θεωρήματα, με χρήση αυστηρών κανόνων, βλαστάνουν από τα αξιώματα όπως τα κλαδιά από ένα δέντρο. Αυτή η διαδικασία έπρεπε να αρχίσει από κάπου. Και τα αξιώματα ήταν αυτοί οι αρχέγονοι σπόροι από τους οποίους όλα τα άλλα αναπήδησαν.
Η δύναμη αυτού του μηχανιστικού οράματος των μαθηματικών ήταν ότι εξάλειπτε την ανάγκη για τη σκέψη ή την κρίση. Εφ' όσον τα αξιώματα ήταν σωστά και εφ' όσον οι κανόνες με τους οποίους γινόταν η χρήση τους διατηρούσαν την αλήθεια, τα μαθηματικά δεν θα μπορούσαν να εκτροχιαστούν σε αναλήθειες. Η αλήθεια ήταν εξασφαλισμένη μέσω μιας αυτόματης θεωρητικής μεθοδολογίας. Ένας από τους μεγάλους μαθηματικούς στόχους ήταν να μειωθεί η όλη θεωρία αριθμών σε ένα τελικό τυπικό σύστημα. Όπως στη γεωμετρία του Ευκλείδη, ένα τέτοιο σύστημα θα άρχιζε με μερικά απλά αξιώματα που είναι σχεδόν αναμφισβήτητα, και θα παρείχε τα θεωρήματα με έναν μηχανικό τρόπο. Η ιδέα ήταν ότι αυτό το σύστημα θα εμπεριείχε κάθε δήλωση που θα μπορούσαμε να κάνουμε για τους φυσικούς αριθμούς. Έτσι εάν κάναμε τη δήλωση «κάθε ζυγός αριθμός μεγαλύτερος από 2 είναι το άθροισμα δύο πρώτων» θα ήμασταν σε θέση να αποδείξουμε αυστηρά, από τα αξιώματα, είτε ότι είναι αληθής είτε ότι είναι ψευδής. Οι λέξεις «αληθές» και «ψευδές» θα γίνονταν συνώνυμα των «αποδείξιμο» και «διαψεύσιμο» αντίστοιχα, μέσα στο σύστημα αυτό. Το Principia Mathematica των Russell και Whitehead ήταν η διασημότερη προσπάθεια να βρεθεί ένα τέτοιο σύστημα.
Το θεώρημα του Godel κατέρριψε την ελπίδα αυτήν εντελώς. Δε βρήκε απλά μια ρωγμή στο συλλογισμό των Russell και Whitehead, η οποία πιθανώς θα μπορούσε να επιδιορθωθεί. Έδειξε ότι ο ολόκληρος στόχος είναι ανεπίτευκτος! Πιο συγκεκριμένα, ο Godel έδειξε ότι σε οποιοδήποτε τυπικό σύστημα, υπάρχει πάντα μια δήλωση για τους φυσικούς αριθμούς που είναι αληθινή, αλλά που δεν μπορεί να αποδειχθεί στο σύστημα. Με άλλα λόγια, τα μαθηματικά δεν θα είναι ποτέ το αυστηρό κι ακλόνητο σύστημα που οι μαθηματικοί ονειρεύονταν επί χιλιετίες.
Αλλά ας προσεγγίσουμε λίγο τον συλλογισμό της αποδεικτικής του. Το σύνολο συμβόλων με το οποίο οι δηλώσεις στα τυπικά συστήματα γράφονται συμπεριλάμβαναν συνήθως, χάριν σαφήνειας, τους αριθμούς, πρόσημα, παρενθέσεις και ούτω καθ' εξής. Αυτά όμως δεν είναι απαραίτητα. Οι δηλώσεις θα μπορούσαν εξίσου καλά να χτιστούν πάνω σε εικόνες που αντιπροσωπεύουν δαμάσκηνα, πορτοκάλια, ή οποιοδήποτε εντελώς αυθαίρετο σύνολο, εφ' όσον κάθε δαμάσκηνο εμφανιζόταν πάντα στις κατάλληλες θέσεις και μόνο σε αυτές. Έγινε προφανές ότι οι μαθηματικές δηλώσεις σε τέτοια συστήματα δεν ήταν κάτι περισσότερο από ακριβή δομημένα σχέδια φτιαγμένα επάνω σε αυθαίρετα σύμβολα.
Σύντομα μερικές οξυδερκείς ψυχές, με πρώτον τον Godel, συνειδητοποίησαν ότι αυτός ο τρόπος σκέψης για τα πράγματα άνοιγε έναν ολοκαίνουργιο κλάδο των μαθηματικών και συγκεκριμένα, τα μετα-μαθηματικά. Οι γνώριμη μέθοδος της μαθηματικής ανάλυσης θα μπορούσε να εφαρμοστεί πάνω στην ίδια τη διαδικασία που διαμόρφωσε την ουσία των τυπικών συστημάτων. Γιατί ταμαθηματικά δεν ήταν παρά ένα «υπόθεμα», το αρχικό παράδειγμα, πάνω στα οποία χτίστηκαν. Έτσι τα μαθηματικά αρχίζουν να μοιάζουν σαν ένα φίδι που τρώει τον εαυτό του.
Ο Godel κατέδειξε ότι παρουσιάζονται παράξενες συνέπειες, όταν τα μαθηματικά εξετάζουν τον εαυτό τους. Ένας απλός τρόπος για να γίνει αυτό σαφές είναι να φανταστεί κανείς ότι σε κάποιο πλανήτη (π.χ. στον Άρη) όλα τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται για να γράψουν μαθηματικάβιβλία τυχαίνει -από κάποια καταπληκτική σύμπτωση- να μοιάσουν με τους αριθμούς μας από 0 μέχρι 9. Κατά συνέπεια όταν συζητούν Αριανοί στα εγχειρίδιά τους για μια συγκεκριμένη διάσημη ανακάλυψη που θα εκφράζαμε ως: «Υπάρχουν άπειροι πρώτοι αριθμοί», αυτό που γράφουν καταλήγει να μοιάζει με αυτό: «8445329844508787863070005 766619463864545067111». Σε μας μοιάζει με έναν αριθμό 46 ψηφίων. Στους Αριανούς, εντούτοις, δεν είναι καθόλου ένας αριθμός αλλά μια δήλωση. Δηλώνει την απειρότητα των πρώτων αριθμών με τη σαφήνεια που το κάνουν οι δικές μας τέσσερις λέξεις.
Τώρα ας φανταστούμε ότι θελήσαμε να μιλήσουμε για τη γενική φύση όλων των θεωρημάτων των μαθηματικών. Εάν κοιτάξουμε στα εγχειρίδια των Αριανών, όλα τα ανάλογα θεωρήματα θα φαίνονται στα μάτια μας σαν απλοί αριθμοί. Και έτσι θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε μια επιμελημένη θεωρία για το ποιοι αριθμοί θα μπορούσαν να εμφανιστούν στα Αριανά εγχειρίδια και ποιοι αριθμοί δεν θα εμφανίζονταν ποτέ. Φυσικά δεν θα μιλούσαμε πραγματικά για τους αριθμούς, αλλά μάλλον για τις σειρές των συμβόλων που σε μας μοιάζουν με αριθμούς. Και όμως, μήπως θα ήταν ευκολότερο για μας να ξεχάσουμε τι σημαίνουν αυτές οι σειρές των συμβόλων στους Αριανούς και να τους αντιληφθούμε ως απλούς αριθμούς;
Ο Godel χρησιμοποίησε μια τέτοια απλή μετατόπιση της προοπτικής. Το τέχνασμά του είναι να φανταστούμε ότι μελετούμε αυτό που θα ονομάζαμε «Αριανικής-παραγωγής αριθμοί» (εκείνους τους αριθμούς που είναι στην πραγματικότητα θεωρήματα στα Αριανά εγχειρίδια), και να υποβάλλουμε ερωτήσεις όπως, «είναι ή δεν είναι ο αριθμός 8030974 Αριανικής παραγωγής;» Δηλαδή, «η δήλωση «8030974» θα εμφανιστεί ή όχι σε ένα Αριανό εγχειρίδιο;».
Ο Godel, αφού σκέφτηκε πολύ προσεκτικά αυτό το μάλλον σουρεαλιστικό σενάριο, σύντομα συνειδητοποίησε (κι αυτό το σημείο είναι κρίσιμο) ότι η ιδιότητα του να είναι ένας αριθμός «Αριανικής παραγωγής» δεν ήταν και τόσο διαφορετική από γνωστές έννοιες όπως ο «πρώτος αριθμός» «περιττός αριθμός» και ούτω καθ' εξής. Το σύνολο των «Αριανικής παραγωγής» αριθμών, δηλαδή, διαφέρει ουσιωδώς από ένα σύνολο τυχαίων αριθμών. Κατά συνέπεια γήινοι θεωρητικοί μελετητές των αριθμών θα μπορούσαν, με τα τυποποιημένα εργαλεία τους, να αντιμετωπίσουν ερωτήσεις όπως, παραδείγματος χάριν, «Ποιοι αριθμοί είναι αριθμοί «Αριανικής παραγωγής», και ποιοι δεν είναι;» ή «υπάρχουν απείρως πολλοί «μη Αριανικής παραγωγής» αριθμοί;» Τα προηγμένα μαθηματικά εγχειρίδια – τόσο στη γη, όσο και στον Άρη- θα μπορούσαν να έχουν ολόκληρα τα κεφάλαια για τους αριθμούς «Αριανικής παραγωγής».
Και έτσι, σε μια από τις πιο ευφυείς συλλήψεις στην ιστορία των μαθηματικών, ο Godel επινόησε μια εκπληκτική δήλωση που έλεγε απλά «ο Χ δεν είναι ένας αριθμός «Αριανικής παραγωγής» » όπου το Χ είναι ο ακριβής αριθμός που διαβάζουμε όταν η δήλωση «ο Χ δεν είναι ένας αριθμός «Αριανικής παραγωγής» » είναι γραμμένη με την Αριανή σημειολογία. Ας το σκεφτούμε λίγο. Γραμμένη με την Αριανή σημειολογία, η δήλωση «Χ δεν είναι ένας αριθμός «Αριανικής παραγωγής»» θα μοιάζει σε μας σαν μια τεράστια σειρά των ψηφίων. Αλλά αυτή η σειρά (Αριανικών) ψηφίων είναι η δική μας σημειολογία του αριθμού Χ (για την οποία η ίδια η δήλωση μιλά). Αυτές οι απίθανες περιπλοκές ήταν η ειδικότητα του Godel.
Αντιλαμβανόμενος έτσι τα θεωρήματα ως σχέδια συμβόλων, ο Godel ανακάλυψε ότι είναι δυνατό για μια δήλωση σε ένα τυπικό σύστημα όχι μόνο να μιλήσει για το ίδιο, αλλά και για να αρνηθεί την ίδια την θεωρητική του μεθοδολογία. Οι συνέπειες αυτής της απροσδόκητης «εμπλοκής» που κρύβεται μέσα στα μαθηματικά ήταν καταλυτικές και - παραδόξως - είναι πολύ λυπηρές για τους Αριανούς. Γιατί λυπηρές; Επειδή οι Αριανοί –όπως και οι Russell και Whitehead - είχαν ελπίσει, όπως προανέφερα, ότι το τυπικό τους σύστημα θα περιελάμβανε όλες τις αληθινές δηλώσεις των μαθηματικών. Εάν η δήλωση Godel είναι αληθινή, δεν είναι ένα θεώρημα που βρίσκεται στα εγχειρίδιά τους και δεν θα εμφανιστεί ποτέ- αφού λέει ότι δεν θα εμφανιστεί! Εάν εμφανιζόταν στα εγχειρίδιά τους, αυτό που λέει για τον εαυτό του θα ήταν λανθασμένο. Τα μαθηματικά τους εγχειρίδια θα αναγνώριζαν αναλήθειες ως αληθινές.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι ο πολυπόθητος στόχος της διαμόρφωσης ενός τέλειου τυπικού συστήματος αποκαλύπτεται ότι είναι χιμαιρικός. Όλα τα τυπικά συστήματα - τουλάχιστον αυτά που είναι αρκετά ισχυρά να είναι ενδιαφέροντα - αποδεικνύονται ελλιπή επειδή είναι σε θέση να διατυπώσουν δηλώσεις που λένε για το εαυτό τους ότι δεν μπορούν να αποδειχθούν. Αυτό, εν συντομία, εννοούμε όταν λέμε ότι ο Godel το 1931 κατέδειξε τη «μη πληρότητα των μαθηματικών». Δεν είναι ακριβώς τα μαθηματικά τα ίδια που δεν έχουν πληρότητα, αλλά οποιοδήποτε τυπικό σύστημα που προσπαθεί να συλλάβει όλες τις αλήθειες των μαθηματικών σε πεπερασμένο σύνολό αξιωμάτων και κανόνων. Ίσως πλέον αυτό να μη μας κλονίζει τόσο, αλλά για τους μαθηματικούς στη δεκαετία του '30, ανετράπη ολόκληρη η κοσμοθεώρησή τους και τα μαθηματικά δεν θα ήταν ποτέ τα ίδια.
Το άρθρο του 1931 του Godel έκανε άλλα πράγματα: εφηύρε τη θεωρία των «recursive functions», η οποία είναι σήμερα η βάση μιας σημαντικής θεωρίας προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πράγματι, στην καρδιά του άρθρου του Godel βρίσκεται αυτό που μπορεί να δει κανείς ως επιμελημένο πρόγραμμα υπολογιστών παραγωγής «Αριανικών» αριθμών. Και αυτό το πρόγραμμα γράφεται σε έναν φορμαλισμό που μοιάζει έντονα με αυτόν τον το γλωσσικό προγραμματισμό, ο οποίος εφευρέθη 30 χρόνια αργότερα.
Το θεώρημα του Godel έχει χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει ότι ένας υπολογιστής δεν μπορεί ποτέ να γίνει τόσο έξυπνος όσο ένας άνθρωπος επειδή η έκταση της γνώσης του πρώτου περιορίζεται από ένα δεδομένο σύνολο αξιωμάτων, ενώ οι άνθρωποι μπορούν να ανακαλύψουν τα απροσδόκητες αλήθειες… Παίζει ρόλο στις σύγχρονες γλωσσικές θεωρίες, οι οποίες υπογραμμίζουν τη δύναμη της γλώσσας να βρίσκει νέους τρόπους να εκφραστούν οι ιδέες.
Eχει επίσης χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει ότι δεν θα γίνουμε ποτέ κατανοητοί από τον εαυτό μας, δεδομένου ότι το μυαλό σας, είναι κι αυτό ένα κλειστό σύστημα. Όπως δεν μπορούμε να δούμε τα πρόσωπά μας με τα μάτια μας, δεν μπορούμε να καθρεπτίσουμε πλήρως τις διανοητικές μας δομές στον ίδιο μας τον εγκέφαλο.
Ένα άλλο παραπλήσιο πόρισμα του θεωρήματος είναι πως δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε βέβαιοι πως δεν έχουμε παραφρονήσει. Ο παράφρων ερμηνεύει τον κόσμο μέσω της (παραδόξως) συνεπούς λογικής του. Πώς μπορούμε να αποφανθούμε εάν η λογική μας είναι παράδοξη ή όχι, δεδομένου ότι έχουμε μόνο τη λογική μας για να το κρίνουμε; Αναφέρω εδώ και το δεύτερο θεώρημα Godel, το οποίο καταδεικνύει ότι τα μόνα αριθμητικά τυπικά συστήματα που είναι ασυνεπή είναι αυτά που βεβαιώνουν τη συνέπειά τους. Αυτό μοιάζει να υπαινίσσεται πως όποιος πιστεύει με βεβαιότητα πως δεν είναι παράφρων, σίγουρα θα είναι…
Όμως η πιο σοβαρή συνέπεια του θεωρήματος της μη πληρότητας στην φιλοσοφία είναι η εξής: Αν και το θεώρημα μπορεί να δηλωθεί και να αποδειχθεί με έναν αυστηρά μαθηματικό τρόπο, αυτό που φαίνεται να λέει είναι ότι η λογική σκέψη δεν μπορεί ποτέ να διεισδύσει στην τελική αλήθεια… Προφανώς, για τους σπουδαστές της λογικής, η πλήρης κατανόηση του θεωρήματος είναι μια ανατρεπτική εμπειρία. Κι ίσως το να καταλάβει κανείς την ουσιαστικά αδιέξοδη φύση ενός λαβυρίνθου αποτελεί και ενός είδους απελευθέρωσης από αυτόν.
(Το κείμενο αυτό είναι μια εργασία του Δημήτρη Μουρούλη βασισμένη στο άρθρο του Douglas Hofstadter των Times: Kurt Godel: He turned the lens of mathematics on itself and hit upon his famous "incompleteness theorem" driving a stake through the heart of formalism).