Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Η φωτιά και οι βιαστές Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου



Οι σκέψεις που ακολουθούν γράφηκαν κάτω από την επήρεια των οπτικών και ακουστικών ερεθισμάτων, κατά τις μεγάλες πρόσφατες πυρκαγιές που προξένησαν και ανθρώπινα θύματα και μας προκάλεσαν βαθύτατο πόνο. Η φωτιά, ο αέρας και ο βιασμός των ανθρώπων πάνω στο φυσικό περιβάλλον προξένησαν οδύνη στην καρδιά μας και προσευχηθήκαμε θερμά για την κατάπαυση αυτής της λαίλαπας.

Το «αείζωον πυρ»

Στην ελληνική και την προσωκρατική φιλοσοφία γινόταν λόγος για τα τέσσερα στοιχεία που συγκροτούν την φύση, ήτοι την γη, το ύδωρ, τον αέρα και το πυρ. Διάφοροι φιλόσοφοι εξέθεσαν τις απόψεις τους πάνω στην δύναμη των στοιχείων αυτών.
Ο Ηράκλειτος, δίδασκε ότι το «αείζωον πυρ» είναι το βασικό στοιχείο που συντελεί στην περιοδική καταστροφή του κόσμου και την αναγέννησή του. Τα πάντα είναι μεταβολές του πυρός, αφού «πυρός γαρ αμοιβήν είναι πάντα». Θεωρούσε δε ως «αρχήν των πάντων πυρ», διότι τα πάντα «εκ πυρός γίνεσθαι και εις πυρ τα πάντα τελευτάν» και όταν σβήση το πυρ, τότε δημιουργείται ο κόσμος. Όταν το παχυμερές στοιχείο του πυρός συστέλλεται γίνεται χώμα, και όταν το χώμα χαλαρώνη από το πυρ γίνεται ύδωρ, και όταν το ύδωρ εξατμίζεται γίνεται αέρας. Αλλά και ο κόσμος και τα σώματα «υπό του πυρός αναλούσθαι εν τη εκπυρώσει». Το πυρ, κατά τον Ηράκλειτο, δεν είναι κάτι το σταθερό και ήρεμο, αλλά το προϊόν κάποιας διεργασίας, κάποιας καύσης, στην οποία συνεργούν πολλά στοιχεία, είναι το «αεί γίνεσθαι».

Η φωτιστική και καυστική ιδιότητα του πυρός

ο πυρ έχει δύο ιδιότητες, τις οποίες γνωρίζουμε από την καθημερινή μας πείρα, ήτοι την φωτιστική και την καυστική ιδιότητα. Και οι δύο είναι ευεργετικές, γιατί μας δίνουν την δυνατότητα να βλέπουμε και να θερμαινόμαστε. Φυσικά, αυτό γίνεται όταν κάνουμε λελογισμένη χρήση του πυρός, γιατί στην άλογη χρήση το πυρ και τυφλώνει και κατακαίει.
Μπορεί κανείς να φαντασθή την ζωή του χωρίς τις φωτιστικές ακτίνες του ηλίου και την ενέργεια της καύσεως του πυρός; Δεν θα μπορούσε να προκληθή το οπτικό νεύρο για να βλέπουμε, δεν θα είχαμε την δυνατότητα που έχουμε σήμερα, με τα εργοστάσια, τα μεταφορικά μέσα και όλες τις άλλες δυνατότητες που προσφέρει η εποχή μας με την λελογισμένη χρήση της ενεργείας του πυρός.
Αυτές τις δύο ιδιότητες του πυρός, την φωτιστική και την καυστική, οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας τις απέδωσαν και στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, που φωτίζει τον άνθρωπο και τον κατακαίει. Μάλιστα ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας την φράση του Προφητάνακτος Δαβίδ «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», λέγει ότι στην άλλη ζωή η ενέργεια του Θεού θα διακόψη την φλόγα του πυρός, ώστε το φως που θα βλέπουν οι δίκαιοι να είναι άκαυστον –να μη έχη την καυστική ιδιότητα– και το πυρ που θα βιώνουν οι άδικοι να είναι αλαμπές –να μην έχη την φωτιστική ιδιότητα. Οπότε, αντιλαμβανόμαστε ότι η Κόλαση και ο Παράδεισος δεν υφίσταται εξ επόψεως του Θεού, αλλά εξ επόψεως του ανθρώπου, δηλαδή σχετίζεται με το πως θα έχη προετοιμασθή ο άνθρωπος να μετέχη της φωτιστικής η της καυστικής ιδιότητος του ακτίστου Φωτος.

Θεομηνία και ανθρωπομανία

Κατά την διάρκεια των πυρκαγιών γινόταν λόγος για την θεομηνία που έπληξε την χώρα μας και την πύρινη κόλαση, που είναι οργή του Θεού. Όμως, δεν πρέπει να αποδίδουμε ευθύνες στον Θεό, όταν εμείς δεν κάνουμε καλή χρήση των στοιχείων της φύσεως. Δεν είναι θεομηνία, αλλά ανθρωπομανία.
Πρόκειται, λοιπόν, για ανθρωπομανία, για επιθετικότητα που βρίσκεται μέσα στο μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων. Όποια κι αν ήταν τα αίτια της πύρινης αυτής λαίλαπας, είτε η αμέλεια και η αδιαφορία, είτε η επιθετικότητα και η καταστροφική μανία, είτε ο,τιδήποτε άλλο, το γεγονός είναι ότι πρόκειται για βιασμό που εξήσκησαν οι άνθρωποι πάνω στην φύση.
Πολλές φορές θεωρούμε τον βιασμό μόνον σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο, πάνω σε ανθρώπους, ως έκφραση μιας αρρωστημένης αγάπης, η οποία εκφράζεται ως ζήλεια, μίσος και επιθετικότητα, αλλά πρέπει να δούμε τον βιασμό και προς το φυσικό περιβάλλον. Η φύση βιάζεται ποικιλοτρόπως από τον εμπαθή άνθρωπο και στην συνέχεια ο άνθρωπος δέχεται τις επιπτώσεις αυτού του βιασμού. Η αμαρτία δεν πρέπει να θεωρήται μόνον σε ένα ηθικό και ανθρωπολογικό επίπεδο, αλλά και σε περιβαλλοντολογικό. Η καταστροφή της δημιουργίας του Θεού είναι έγκλημα βαθύτατο, μεγάλη αμαρτία. Γι’ αυτό και παλαιότερα η Εκκλησία αφόριζε τους εμπρηστές.
Οι αναστεναγμοί της φύσεως και το «υγρόν πυρ» της καρδίας
Αισθανθήκαμε βαθύτατο πόνο από την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, από τις κραυγές των δένδρων και των δασών. Ο θόρυβος που εδημιουργείτο από την καύση των δένδρων ήταν ο αναστεναγμός, τα «ουρλιαχτά» της φύσεως και των δένδρων από την μανία των βιαστών ανθρώπων. Αυτό αισθάνονται όσοι έχουν μια εσωτερική ευαισθησία. Κλαίνε και τα δένδρα, και η φύση αναστενάζει από την μανία των ανθρώπων, αφού μέσα στην φύση υπάρχει η ουσιοποιός και ζωοποιός ενέργεια του Θεού.
Αλλά πονέσαμε πολύ και για τον θάνατο των συνανθρώπων μας, μέσα σε αφόρητους πόνους και σε θανατηφόρα αγωνία. Η φωτιά που τους πλησίαζε δεν προερχόταν απλώς από τα καιόμενα δένδρα, αλλά από την μανία των εμπαθών ανθρώπων. Οι κραυγές τους, ενώ ξεψυχούσαν αυτοί οι άνθρωποι –μικρά παιδιά και μεγάλοι– απηύθυναν στους εμπρηστές ένα: «Γιατί;». Άραγε οι εμπρηστές θα συνειδητοποιήσουν το φρικτό έγκλημά τους και θα ακούσουν τον αναστεναγμό των δένδρων και την κραυγή των καμένων αδελφών μας;
Πάντως, αυτήν την περίοδο μας δίνεται η ευκαιρία να δείξουμε την αξία του πνευματικού πυρός, που εκφράζεται ως αγάπη, με την ιλαρή φωτιστική και θερμαντική του ιδιότητα, που φωτίζει και θερμαίνει τις ψυχρές καρδιές. Ένας άγιος της Εκκλησίας, μιλώντας για την αγάπη έλεγε ότι η αγάπη είναι «πηγή πυρός». Το ζητούμενο είναι να καούμε από αυτό το υγρό και ζωογόνο πυρ της αγάπης για τους αδελφούς μας, που πονάνε και βασανίζονται από τις συνέπειες της αλόγιστης χρήσης της φωτιάς.
Όταν κάποτε συμμετείχα σε κατάσβεση φωτιάς, είχα ακούσει από έναν ειδικό τον κανόνα: «Η φωτιά σβύνεται δια της φωτιάς». Καίει κανείς μια ελεγχόμενη περιοχή και όταν έρχεται η φωτιά σταματά. Αυτό κάναμε τότε και σώσαμε μια ολόκληρη περιοχή.
Έχοντας υπ' όψη αυτήν την αρχή, μπορώ να πω ότι οι συνέπειες της αλόγιστης φωτιάς, που προήλθε από το πυρ της κακίας των ανθρώπων, μπορεί να σβυσθή από την φωτιά της αγάπης που προέρχεται από πυρπολούμενη καρδιά για όλη την κτίση. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ρωτώντας για το ποιά είναι η ελεήμων καρδία, απήντησε ο ίδιος: ελεήμων καρδία είναι «καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος».–

Εκλογές και Eκκλησια Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Μετά τις εκλογές γίνονται διάφορες αναλύσεις, διατυπώνονται εκτιμήσεις, συνάγονται συμπεράσματα που είναι απαραίτητα για την βελτίωση της κοινωνίας και της πολιτικής ζωής. Μέσα στα πλαίσια αυτά διατυπώνω μερικά συμπεράσματα που έχουν σχέση με την Εκκλησία και την εκκλησιαστική ζωή σε σχέση με τις εκλογές.
Στις πρόσφατες εθνικές εκλογές δεν αναμείχθηκε η «Εκκλησία», δηλαδή δεν έγιναν σημαντικές δηλώσεις εκπροσώπων της, δεν εμφανίσθηκαν Κληρικοί στα ΜΜΕ να μιλήσουν σχετικά. Φυσικά, εδώ όταν κάνω λόγο για την «Εκκλησία» δεν το εννοώ θεολογικά, αλλά χρησιμοποιώ τον όρο, όπως εννοείται στην τρέχουσα σημασία, δηλαδή τους ποιμένας της Εκκλησίας. Πάντως, μεμονωμένες δηλώσεις δεν δημιούργησαν ιδιαίτερα προβλήματα.

1. Κόμματα και Εκκλησία

Νομίζω ότι το έργο και ο σκοπός της Εκκλησίας είναι διαφορετικός από το έργο και τον σκοπό της Πολιτείας η των Κομμάτων. Τα Κόμματα είναι απαραίτητα σε μια δημοκρατική κοινωνία, γιατί διαφορετικά μπορεί να επικρατήση η ολιγαρχία και η δικτατορία. Οι πολιτικές και ιδεολογικές αποκλίσεις των Κομμάτων εξυπηρετούν την κοινωνία διότι οι πολίτες μπορούν να επιλέξουν το Κόμμα που τους εκφράζει να τους εκπροσωπήση στο Κοινοβούλιο. Το δόγμα «λόγω παλαίει πας λόγος» είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημοκρατίας, της ανθρώπινης κοινωνίας και όλων των ιδεολογικών συστημάτων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κατά καιρούς διατυπώνονται διάφορα συνθήματα, όπως αλλαγή, απαλλαγή, κάθαρση, εκσυγχρονισμός, μεταρρύθμιση κλπ., τα οποία κινούνται μέσα στους επιδιωκομένους από τα Κόμματα κάθε φορά σκοπούς.
Η Εκκλησία, όμως, δρα κατά διάφορο τρόπο. Δεν διακρίνεται από ιδεολογίες, ούτε αποβλέπει στην ψήφο των ανθρώπων, δεν πρέπει να εκφέρη πολιτικό-κομματικό λόγο, δεν πρέπει να αναμειγνύεται στις κομματικές αντιπαραθέσεις, δεν μπορεί να χρησιμοποιή την θεολογική γλώσσα για να πολιτικολογή, δεν μπορεί να ταυτίζεται με κομματικές παρατάξεις. Άλλωστε, μέλη της Εκκλησίας βρίσκονται σε όλους τους κομματικούς σχηματισμούς και, βεβαίως, η Εκκλησία αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να είναι ενεργεία και δυνάμει άγιοι. Ο λόγος της είναι σωτήριος και θεολογικός, αποβλέπει στην άνω πόλη και εκφράζει το αποστολικό χωρίο «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει». Φυσικά, τα μέλη της Εκκλησίας προσπαθούν να μεταφέρουν αυτό το εσχατολογικό πολίτευμα στο ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά με έναν άλλο τρόπο, λειτουργικό και πνευματικό, που εξαγιάζει το πρόσωπο και την ιστορία. Όταν οι ποιμένες της Εκκλησίας εργάζονται με αυτόν τον τρόπο, τότε δέχονται τον σεβασμό της κοινωνίας και των πολιτικών που ανήκουν σε όλα τα Κόμματα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι Κληρικοί, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, εργάσθηκαν ενωτικά και φιλάνθρωπα, χωρίς να ταυτίζονται με τις διάφορες ιδεολογίες, απέσπασαν την αγάπη και τον σεβασμό της κοινωνίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο παπα-Αποστόλης στο Αγρίνιο που τον σεβάστηκαν και οι αριστεροί κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο, επειδή παρέμεινε μέσα σε αυστηρά εκκλησιαστικά πλαίσια.

2. Η έννοια του περιθωρίου

Βέβαια, μια τέτοια τοποθέτηση δέχεται την κριτική, ότι με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία παραμένει στο περιθώριο της κοινωνίας, ενώ όταν αρθρώνη πολιτικό λόγο, τότε βγαίνει από την αφάνεια και έρχεται στην επιφάνεια, επηρεάζει το κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι, με αποτέλεσμα να την υπολογίζουν όλοι.
Ο όρος περιθώριο έχει αρνητική και θετική έννοια. Με την αρνητική έννοια περιθώριο χαρακτηρίζεται ο χώρος εκείνος που ευρίσκεται έξω από την οργανωμένη κοινωνία και στον οποίο ακούσια η εκούσια κινούνται οι απόκληροι της κοινωνίας. Με την θετική έννοια περιθώριο είναι «ο κενός χώρος που παρέχει άνεση η ελευθερία κινήσεων», όπως λέμε «υπάρχουν περιθώρια καλύτερης συνεργασίας». Το περιθώριο σε ένα συνέδριο, σε μια διάσκεψη είναι χώρος δημιουργικός και αποτελεσματικός, που καθορίζει τις εξελίξεις του κυρίου μέρους του Συνεδρίου (Μπαμπινιώτης). Έτσι, με την θετική αυτή έννοια το περιθώριο καθορίζει πολλές διεργασίες και εξελίξεις, αφού υπάρχει και το φαινόμενο της «ετερογονίας των σκοπών», καθώς επίσης υπάρχει και η αρχή ότι τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν, ενώ τα μη φαινόμενα μπορούν να δώσουν πολλές λύσεις. Στα μη φαινόμενα εντάσσονται οι έρευνες, οι φιλοσοφικές εργασίες, οι ποικίλοι σχεδιασμοί. Θέλω να πω ότι δεν σημαίνει ότι προσφέρει στην κοινωνία μόνον εκείνος που συμμετέχει στο γίγνεσθαι και στο φαίνεσθαι, ενώ αδρανεί εκείνος που βρίσκεται στο λεγόμενο περιθώριο στο μη φαίνεσθαι.
Η έννοια αυτή του δημιουργικού περιθωρίου δεν είναι αρνητική για την Εκκλησία, αλλά θετική, όπως απέδειξε η εκκλησιαστική ιστορία. Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, μπορεί να φαίνεται ότι κάποτε βρίσκεται στο περιθώριο της κοινωνίας και της ιστορίας, αλλά από εκεί δημιουργεί τις μεγαλύτερες επαναστάσεις και καθορίζει σημαντικές εξελίξεις στην κοινωνία και την ιστορία. Η περίοδος των κατακομβών, η εξορία για πολλούς αγίους και η ζωή της ερήμου για τους ασκητές άλλαξαν τα κοινωνικά και ιστορικά δεδομένα της ανθρωπότητας.
Μπορεί κανείς να βρίσκεται διαρκώς στην επικαιρότητα και να εκφράζη την κενότητά του και μπορεί να είναι στο κοινωνικό περιθώριο και να προσδιορίζη τις κοινωνικές και ιστορικές εξελίξεις. Οι άγιοι της Εκκλησίας μέσα στις φυλακές, τα μαρτύρια, τις εξορίες, τις ερήμους δόξασαν την Εκκλησία και σε ιστορικό επίπεδο, ενώ άλλοι που εργάσθηκαν στην επικαιρότητα και άσκησαν εκκλησιαστική διπλωματία μείωσαν και έβλαψαν την Εκκλησία και την κοινωνία.
Αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε αν σκεφθούμε ότι τα μείζονα προβλήματα που απασχολούν τους ανθρώπους είναι το νόημα της ζωής και του θανάτου. Όποιος ασχολείται με αυτά τα προβλήματα δεν μπορεί ποτέ να είναι στο περιθώριο της ιστορίας. Διαβάζει κανείς σήμερα τα έργα του Ντοστογιέφσκυ η του Παπαδιαμάντη και άλλων λογοτεχνών, όπως του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη κλπ. και παρατηρεί ότι είναι κραυγές βαθυτάτης σιωπής, που σηματοδοτούν ακόμη και σήμερα μεγάλες αλλαγές στην ζωή των ανθρώπων και της κοινωνίας.

3. Το ουσιαστικό έργο της Εκκλησίας

Η Εκκλησία έχει την ζωή της, την θεολογία της, την προοπτική της και δεν χρειάζεται τα συνθήματα, τις ατάκες, τις παρεμβάσεις και τις κοινωνικές κατοχυρώσεις, γιατί διαφορετικά εκφράζει την αδυναμία της και την εκκοσμίκευσή της. Η Εκκλησία έχει την δυνατότητα να προσφέρη νόημα και ζωή στους ανθρώπους που ανήκουν σε όλους τους πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους, η ακόμη να δέχεται τους απογοητευμένους και πονεμένους ανθρώπους, από οπουδήποτε κι αν προέρχονται και αυτό της δίνει μια μεγάλη δυναμικότητα και προοπτική. Ας αφήσουμε τους επιτελείς των Κομμάτων να καθορίζουν τον αγώνα τους και να σχεδιάζουν τα προγράμματά τους, χωρίς να υπολογίζουν την Εκκλησία. Αυτό δεν είναι υποτιμητικό για την Εκκλησία, αλλά πλεονέκτημα, γιατί έτσι δέχεται τον σεβασμό όλων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει κάπου ότι ο Χριστός «επεθύμησε πόρνης», δηλαδή με την ενανθρώπησή του προσέλαβε την εκπορνευθείσα ανθρώπινη φύση και την κατέστησε «γυναίκα» του, την προσέλαβε επάνω του και της έδωσε πληρότητα και ζωή. Αυτό είναι το έργο της Εκκλησίας και μια τέτοια προοπτική δεν βρίσκεται ποτέ στο περιθώριο, αλλά στην ουσία των πραγμάτων και των ανθρωπίνων αναζητήσεων.
Οι Κληρικοί, ιδιαιτέρως οι Επίσκοποι, πρέπει να ενεργούν διαχρονικά και να μη παρασύρονται από την εικονική και προσωρινή επικαιρότητα. Να βλέπουν τον άνθρωπο στις εσωτερικές του υπαρξιακές αναζητήσεις και όχι στις πολιτικές και ατομικές του επιλογές. Όταν συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε βρίσκονται πάντοτε στην επικαιρότητα και ποτέ στο περιθώριο. Άλλωστε, το να βρίσκεται κανείς καθημερινά στην επικαιρότητα δεν σημαίνει ότι είναι και σύγχρονος. Σύγχρονος και αποδοτικός είναι αυτός που ξέρει να ξεπερνά τον χρόνο και την περιστασιακή επικαιρότητα και να αντιμετωπίζη τα υπαρξιακά προβλήματα των ανθρώπων. Πράγματι, άλλο είναι ο άνθρωπος ως πολίτης και άλλο ως μέλος της Εκκλησίας. Δεν μπορεί κανείς να ταυτίζη απόλυτα αυτές τις πραγματικότητες.
Οι Κληρικοί και οι υπεύθυνοι άνθρωποι στην Εκκλησία που γνωρίζουν από θεολογία και εκκλησιολογία προτιμούν να βρίσκονται από πλευράς πολιτικής στο δυναμικό περιθώριο, γιατί έτσι μπορούν να επηρεάζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι και να εμπνέουν πνευματικά και πολιτιστικά τους ανθρώπους που απογοητεύονται από την εναλλασσόμενη επικαιρότητα. Υπάρχουν όντως «περιθωριακοί» που αναδεικνύονται ηγέτες σε πολλά επίπεδα, υπάρχουν μη φαινόμενα, που νοηματοδοτούν τα φαινόμενα.–

Διαφωτισμός και Αριστερά Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περιοδικό», Μάϊος 2007)


Κατά καιρούς έχω αναφερθή γραπτώς και προφορικώς στον Διαφωτισμό, που είναι ένα φιλοσοφικο-κοινωνικό σύστημα που παρατηρήθηκε στο τέλος του 17ου και αρχές του 18ου αιώνος στον Δυτικοευρωπαϊκό «χώρο» και δημιούργησε πολλές θρησκευτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις.
Μελετώντας, λοιπόν, αυτό το κίνημα πολλές φορές διερωτήθηκα ποιά είναι η σχέση του με την Αριστερά.
Στο άρθρο αυτό θα τονισθούν μερικές σύντομες απόψεις, γιατί το θέμα αυτό είναι μεγάλο και χρήζει σοβαρής επιστημονικής ανάπτυξης. Τα όσα εκτεθούν, φυσικά, δεν εξαντλούν το θέμα, αλλά είναι μερικές αφορμές για περαιτέρω συζήτηση.

Ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός

Ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός είναι ένα κίνημα το οποίο παρατηρήθηκε στην Ευρώπη και έχει σχέση με την άν02οδο της αστικής τάξης και τον περιορισμό των προνομίων της αριστοκρατικής τάξης. Ακόμη, ο Διαφωτισμός στράφηκε και εναντίον της δυτικής μεταφυσικής, με τις απολυτότητές της, και εναντίον της θρησκευτικής δεισιδαιμονίας, καθώς επίσης και εναντίον της φεουδαρχίας που μάστιζε τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο.
Φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για τον Διαφωτισμό πρέπει οπωσδήποτε να διακρίνουμε διάφορα ρεύματα και διάφορες τάσεις, όπως τον αγγλικό εμπειρισμό, τον γαλλικό εγκυκλοπαιδισμό, τον γερμανικό ιδεαλισμό, τον ιταλικό αντικληρικαλισμό και τον ελληνικό μετριοπαθή Διαφωτισμό.
Οι διαφωτιστές έκαναν λόγο για την ελευθερία του ανθρώπου, για τις φυσικές δυνατότητές του, για το φυσικό δίκαιο και την φυσική θρησκεία, για την ανάπτυξη της παιδείας. Ομίλησαν για ελευθερία, ισότητα, παιδεία κλπ. Πρόκειται για μεγάλες αρχές, οι οποίες οπωσδήποτε είχαν καταστρατηγηθή στην Δύση, τόσο από τον Χριστιανισμό της με την σχολαστική-μεταφυσική του νοοτροπία, όσο και από την φεουδαλιστική, καπιταλιστική-μοναρχική αντίληψη.
Ο Διαφωτισμός, επομένως, είναι αντίδραση στην δυτική μεταφυσική, και την φεουδαλιστική νοοτροπία του δυτικού κόσμου. Και, βεβαίως, η ελληνορθόδοξη Παράδοση, όπως εκφράσθηκε και βιώθηκε από την Ρωμηοσύνη, δεν έχει καμμιά σχέση με την νοοτροπία αυτή που αναπτύχθηκε στην Δύση, ούτε με την μεταφυσική και τον καπιταλισμό, αλλά έχει καθαρώς θεραπευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Έτσι, ο Διαφωτισμός είναι εισαγόμενος-μεταπρατικός στον δικό μας χώρο και εκείνοι που προσπάθησαν να τον εισάγουν στην χώρα μας είναι μεταπράτες.

Δυό χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Διαφωτισμού

Ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός έχει πολλά γνωρίσματα, αλλά εδώ θα περιορισθώ σε δύο από αυτά που τα θεωρώ σημαντικά και ξεκαθαρίζουν κάπως το τοπίο, όταν μελετάται το θέμα της σχέσης του με την αριστερά ιδεολογία.
Το ένα γνώρισμα είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι διαφωτιστές δεν ήταν άθεοι, αλλά δεϊστές και αγνωστικιστές.
Είναι γνωστόν σε όσους ασχολούνται με τα ρεύματα αυτά ότι παρατηρούνται τρεις τάσεις στον δυτικό χώρο σε σχέση με τον Θεό.
Η μία είναι ο αθεϊσμός. Οι άθεοι αρνούνται τον Θεό και πολλοί από αυτούς πολεμούν την άποψη για τον Θεό, διακρίνονται, δηλαδή από μια πολεμική εναντίον του και πιστεύουν ότι ο κόσμος αυτοερμηνεύεται, δηλαδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν οι δυνάμεις που τον ερμηνεύουν, και δεν είναι ανάγκη να υπάρχη ένας Θεός για να τον δημιουργήση και να τον κυβερνά. Όμως, το να πολεμά κανείς τον Θεό, το να δημιουργή λέσχες για την πολεμική αυτή, είναι μια ιδιότυπη Θρησκεία, αφού όταν κανείς δεν πιστεύη σε κάτι, τότε δεν ασχολείται μαζί του.
Η άλλη τάση είναι ο δεϊσμός- θεϊσμός. Οι δεϊστές-θεϊστές δεν αρνούνται την ύπαρξη του Θεού, αλλά αρνούνται τον Θεό που επαγγέλλεται ο Χριστιανισμός και πιστεύουν σε μια αόρατη δύναμη που διευθύνει τον κόσμο.
Μεταξύ του αθεϊσμού και του δεϊσμού υπάρχει και μια τρίτη τάση που χαρακτηρίζεται ως αγνωστικισμός. Οι αγνωστικιστές δεν αρνούνται τον Θεό, ούτε πιστεύουν σε μια αόρατη δύναμη, αλλά απλώς λένε ότι δεν τους ενδιαφέρει ο Θεός, δεν ασχολούνται μαζί του, αφού το μυαλό του ανθρώπου είναι πεπερασμένο.
Μελετώντας κανείς τους εκπροσώπους του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού διαπιστώνει ότι πολλοί από αυτούς δεν ήταν άθεοι, αλλά δεϊστές και αγνωστικιστές. Δηλαδή, άλλοι πίστευαν σε μια ανώτερη δύναμη που διευθύνει τον κόσμο, άλλοι έκαναν λόγο για μια «φυσική θρησκεία» και την αντιπαρέθεταν στην «πολιτική θρησκεία» και άλλοι δεν ασχολούνταν με το θέμα και ήταν σαφώς αδιάφοροι, αγνωστικιστές. Οι περισσότεροι διαφωτιστές δεν είχαν πρόβλημα με την ύπαρξη του Θεού –έστω και αφηρημένη, απρόσωπη– αλλά με τον Χριστό που ενσαρκώθηκε και γι’ αυτό δεν πίστευαν στην Θεότητα και την μοναδικότητα του Χριστού. Έτσι, στην πραγματικότητα δεν ήταν άθεοι, αλλά αντίχριστοι, δηλαδή δεν δέχονταν τον Χριστό, όπως τον ερμήνευε ο δυτικός Χριστιανισμός, ίσως σε αντίθεση με τον Χριστό που παρουσίαζαν οι Χριστιανοί της εποχής τους. Πολλά στοιχεία για το θέμα αυτό αναφέρει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο βιβλίο του με τίτλο «Η ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος», όπως επίσης μπορεί κανείς να δη μια ανάλυση στο βιβλίο του Ιωάννη Παλαιτσάκη με τίτλο: «Διαφωτισμός».
Το δεύτερο γνώρισμα του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού είναι ο φιλελευθερισμός του. Είναι γνωστόν ότι ο φιλελευθερισμός είναι μια νοοτροπία που εκφράζεται με πολλούς τρόπους στην πολιτική, την ιδεολογία, την πρακτική ζωή, ως σεβασμός της ελευθερίας του άλλου. Αλλά ο φιλελευθερισμός εκφράζεται και στην οικονομία. Είναι ο λεγόμενος «οικονομικός φιλελευθερισμός» που αναφέρεται στην ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα, χωρίς περιορισμούς. Ο φιλελευθερισμός εκφράσθηκε σε αστούς και διαφωτιστές, πολλές φορές και σε προτεσταντικούς κύκλους, οι οποίοι ανέπτυξαν τον καπιταλισμό, όπως αναλύει πολύ καλά ο Max Weber, ένας από τους πατέρες της Κοινωνιολογίας, στο κλασσικό βιβλίο του: «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού». Ο οικονομικός φιλελευθερισμός οδήγησε στον άκρατο καπιταλισμό. Στην συνέχεια για να διορθωθούν πολλές κοινωνικές ανωμαλίες που δημιουργήθηκαν, με τις ιδέες του φιλελευθερισμού, αναπτύχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόση μια κοινωνική πολιτική που θα αντισταθμίζη τα προβλήματα τα οποία δημιουργεί ο αστισμός και ο οικονομικός ανταγωνισμός, και με αυτόν τον τρόπο να υποστηριχθούν οι οικονομικά αδύνατες τάξεις.
Πολλοί διαφωτιστές του 18ου αιώνος υπεστήριζαν τον φιλελευθερισμό και στην πραγματικότητα συνετέλεσαν στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού πνεύματος, με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Ο νεοφιλελευθερισμός αναπτύχθηκε μέσα στα σπλάχνα των φιλελευθέρων - αστών - καπιταλιστών για να διορθωθούν μερικές εγγενείς ανωμαλίες του συστήματος του οικονομικού φιλελευθερισμού.

Ο Μαρξιστικός Διαφωτισμός

Ο Μαρξ προσέλαβε μερικές από αυτές τις απόψεις του Δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού για την ελευθερία, την ισότητα κλπ. και τις προσήρμοσε σε μια πολιτική δράση, σε μια επανάσταση της εργατικής τάξης, προκειμένου να περάση ο κόσμος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, να καταργηθούν οι τάξεις και έτσι να δημιουργηθή η αταξική κοινωνία.
Βεβαίως, παρά τις προσπάθειές του, ο μαρξιστικός διαφωτισμός στην πρακτική του εφαρμογή απέτυχε, γιατί αρνήθηκε την ελευθερία του ατόμου και την ισότητα, οδηγήθηκε σταδιακά στην δημιουργία μιας νέας τάξης πραγμάτων και φυσικά σε έναν άλλο ιδιότυπο καπιταλισμό του Κράτους και των ολίγων. Ήδη ο νεομαρξισμός έκανε κριτική στον Διαφωτισμό.

Διαπιστώσεις

Ύστερα από όλα αυτά επανέρχομαι στο αρχικό ερώτημα για το ποιά είναι η σχέση του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού με την αριστερά, κυρίως στην Ελλάδα, σε σχέση με τα δύο γνωρίσματα που παρουσίασα πιο πάνω. Το λέγω αυτό γιατί ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός πέρασε στην Ελλάδα και υποστηρίχθηκε, ακόμη και τώρα υποστηρίζεται και από μερικούς αριστερούς, αν και στην βάση του είναι καπιταλιστικός.
Θεωρώ ότι ο δυτικοευρωπαϊκός Διαφωτισμός με τον δεϊσμό και τον αγνωστικισμό του, αλλά και τον φιλελευθερισμό του, δεν έχει σχέση με την αριστερά, αφού οι αριστεροί παρουσιάζονται ως άθεοι και ως σοσιαλιστές, αρνούμενοι έτσι τον δεϊσμό και τον φιλελευθερισμό του Διαφωτισμού. Αλλά και αυτός ο μαρξιστικός Διαφωτισμός δεν είναι η αληθινή έκφραση του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Οι Έλληνες αριστεροί πιθανόν να νομίζουν ότι οι Διαφωτιστές ήταν άθεοι επειδή εστράφησαν εναντίον του δυτικού Χριστιανισμού, που συνδέεται με την μεταφυσική και τον φεουδαλισμό-καπιταλισμό, και έχοντες αυτά υπ' όψη τους καταφέρονται και εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όμως, ούτε οι Διαφωτιστές ήταν άθεοι, όπως είδαμε πιο πάνω, ούτε η Ορθόδοξη Εκκλησία διαπνέεται από την μεταφυσική και τον φεουδαλισμό-καπιταλισμό, αφού καλλιέργησε σε όλους τους αιώνες τον αληθινό κοινωνισμό, την πραγματική κοινωνικότητα.
Τα θέματα αυτά πρέπει να συζητηθούν σοβαρά, γιατί έτσι ξεκαθαρίζεται το τοπίο και εξαφανίζονται οι προκαταλήψεις. Το λάθος μερικών αριστερών είναι ότι δεν είδαν αυτό το θέμα στο βάθος του, δεν αξιοποίησαν την δική τους εγγενή παράδοση, δεν διέκριναν την διαφορά της ελληνορθόδοξης παραδόσεως από την δυτική παράδοση και έτσι διέπραξαν λάθη, κυρίως ζουν ένα ανεόρταστο κοινωνικό βίο. Αλλά, όπως έγραφε παλαιότερα ο Ζουράρις, αυτό είναι το βασικό λάθος του Κομμουνισμού στην Ελλάδα, αφού ο ελληνικός λαός εορτάζει.
Πάντως, βλέπω τις αρχές του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού να εκφράζονται περισσότερο από την λεγόμενη δεξιά νοοτροπία, παρά από την αριστερά και απορώ για το ότι οι αριστεροί παρουσιάζονται ως φορείς και εκφραστές του Διαφωτισμού.

Σεβασμός στην Ιεραρχία Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 16-12-2007)


Κατά καιρούς με αφορμή διάφορα γεγονότα, και ιδίως τελευταία, γίνονται αναλύσεις των τάσεων που επικρατούν στην Ιεραρχία, και μεταξύ των άλλων οι Ιεράρχες χωρίζονται σε ομάδες, στις οποίες δίνονται διάφοροι χαρακτηρισμοί, ανάλογα με τις απόψεις αυτών που τις χαρακτηρίζουν.
Χωρίς να αμφισβητώ την ύπαρξη διαφόρων τάσεων μέσα στην Ιεραρχία, που είναι φυσικό, εν τούτοις θεωρώ ότι γίνονται διάφορες παρερμηνείες του γεγονότος αυτού που αλλοιώνουν την πραγματικότητα. Οι Ιεράρχες είναι ελεύθερα πρόσωπα, που σκέπτονται αντικειμενικά και κατά βάση εκκλησιολογικά. Μόνον που υπάρχουν επί μέρους αποχρώσεις αυτής της εκκλησιολογίας, αφού άλλωστε μέσα στην Εκκλησία η ζωή μας δεν είναι μαζοποιημένη, αλλά διακρίνεται από ποικίλες πνευματικές διαβαθμίσεις, ανάλογα με την προσωπική πείρα του καθενός. Αυτό το βλέπουμε και όταν μελετήσουμε τον βίο και τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας.

1. «Ομάδες» Ιεραρχών

Οι κατά καιρούς αναλύσεις χωρίζουν τους Ιεράρχες σε διάφορες ομάδες-κατηγορίες.
Ένας χωρισμός γίνεται με βάση την ηλικία τους. Έτσι, χωρίζονται στην λεγομένη «Πρεσβυτέρα» και την λεγομένη «Νεωτέρα» Ιεραρχία. Μέσα από αυτήν την προοπτική επιζητούνται διάφορα δικαιώματα και ιδιαίτερα προνόμια από κάθε «ομάδα».
Ο όρος «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία» για πρώτη φορά, απ' ο,τι γνωρίζω, εισήχθη επισήμως στο εκκλησιαστικό λεξιλόγιο το έτος 1974 και με αυτόν εννοούσαν τους Ιεράρχες που είχαν εκλεγή προ δικτατορικά (προ του Ιερωνύμου) και διακρίνονταν από εκείνους που εξελέγησαν κατά την περίοδο της δικτατορίας, (επί Ιερωνύμου), και η λεγομένη «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία» είχε λόγο για την εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου, ενώ οι άλλοι αποκλείστηκαν.
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, με τις συγκυρίες της εποχής εκείνης, δεν μπορούν να μεταφερθούν στην σημερινή εποχή. Κάτι τέτοιο θα ήταν εκκλησιαστικό ατόπημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον είναι απορριπτέος σήμερα ο όρος «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία», η οποία, κατά μερικούς, παραγκωνίζεται η κατ' άλλους, θέλει να αποκτήση υπερεξουσίες μέσα στην Εκκλησία. Κατά τους ιερούς Κανόνας, οι Ιεράρχες που συγκροτούν την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας είναι ίσοι μεταξύ τους, ο δε εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είναι πρώτος μεταξύ ίσων. Δεν είναι δυνατόν να επικρατήση αυτή η αντιεκκλησιαστική ορολογία, με αφορμή άλλοτε την περιφρόνηση των πρεσβυτέρων Ιεραρχών και άλλοτε την υποτίμηση των νεωτέρων Ιεραρχών. Τέτοιες εμπαθείς διαιρέσεις είναι απαράδεκτες εκκλησιολογικά.
Ένας άλλος χωρισμός είναι μεταξύ των λεγομένων «Ιερωνυμικών», «Σεραφειμικών» και «Χριστοδουλικών», χωρισμός που αφορμάται από τον χρόνο που εξελέγησαν οι συγκεκριμένοι Ιεράρχες και ανέλαβαν διαποίμανση στις Μητροπόλεις τους. Καίτοι υφίσταται μια τέτοια πραγματικότητα, εν τούτοις και αυτός ο χωρισμός είναι εντελώς εξωτερικός, εσφαλμένος και δεν μπορεί να ανταποκριθή στο εσωτερικό εκκλησιαστικό φρόνημα των Ιεραρχών.
Ούτε βέβαια μπορεί να ισχύση η διάκριση μεταξύ των λεγομένων «Οργανωσιακών» και «Εκκλησιαστικών», από τον χρόνο εκλογής κάθε Ιεράρχου η από τις λεγόμενες «καταβολές» του. Το μέτρο αξιολόγησης κάθε Ιεράρχου και γενικά κάθε προσώπου εξαρτάται από την θεολογία και την εκκλησιολογία που τον διακρίνει και που τον έχει διαμορφώσει. Το εκκλησιαστικό φρόνημα καθενός συνδέεται με το κατά πόσον συντονίζεται στην διδασκαλία των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας, τόσο στην σκέψη όσο και στο βίωμα, τόσο στην θεολογία όσο και στην προσωπική του ζωή.
Τελευταία γίνεται και μια άλλη διάκριση με βάση έναν κοινωνικό-γεωγραφικό «ρατσισμό» με ονόματα περιφερειών της Χώρας. Αλλά στην Εκκλησία, που υπερβαίνονται τέτοιες «ρατσιστικές» διακρίσεις, δεν μπορεί να ισχύουν τέτοιοι χωρισμοί.
Θεωρώ ότι τέτοιοι χωρισμοί είναι προσβλητικοί για τους Ιεράρχες της Εκκλησίας μας.

2. Η Σύνοδος των Επισκόπων

Η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως κατά την βιβλικοπατερική παράδοση. Μέλη της Εκκλησίας είναι οι «βεβαπτισμένοι» και οι «βεβαιόπιστοι», Κληρικοί και λαϊκοί, ηλικιωμένοι και νέοι, άνδρες και γυναίκες, έγγαμοι και μοναχοί. Κατά τον βαθμό μεθέξεως στο Σώμα του Χριστού, υπάρχουν πνευματικές διαβαθμίσεις στην Εκκλησία.
Οπότε, η Ιεραρχία της Εκκλησίας δεν είναι ένα ιδιαίτερο «σώμα», το «σώμα των Επισκόπων», ωσάν να υπάρχη ένα ιδιαίτερο σώμα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, ένα «κράτος εν κράτει». Ούτε οι Επίσκοποι είναι το Σώμα της Εκκλησίας η η Εκκλησία, αφού δεν ταυτίζεται απόλυτα η Εκκλησία με την Σύνοδο των Επισκόπων. Οι Επίσκοποι όταν συνέρχονται σε Σύνοδο για να ασχοληθούν με θέματα διοικητικά και να επιλύσουν θέματα ποιμαντικά που απασχολούν τις κατά τόπους Μητροπόλεις δεν αποτελούν ένα «Σώμα», αλλά την Σύνοδο των Ιεραρχών, που πρέπει να συντονίζεται στην θεολογία της Εκκλησίας και να εκφράζη το Σώμα της Εκκλησίας, όχι απλώς τον λαό, αλλά την όλη παράδοση του Σώματος της Εκκλησίας, όπως διατυπώνεται στα κείμενα των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων και τα κείμενα των θεουμένων Πατέρων.
Είναι, λοιπόν, αδόκιμος εκκλησιαστικά ο όρος «το σώμα της Ιεραρχίας», γιατί τότε οδηγούμαστε και στην αποδοχή άλλων όρων, όπως «το σώμα των Πρεσβυτέρων», «το σώμα των μοναχών», «το σώμα των λαϊκών», «το σώμα των θεολόγων» κ.ο.κ. Όταν οι Επίσκοποι συνέρχονται σε Σύνοδο, εκφράζουν το Συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας, το οποίο είναι Ιεραρχικό. Δηλαδή, η συνοδικότητα συνδέεται αναπόσπαστα με την ιεραρχικότητα.

«Κεφάλαιον επί τοις λεγομένοις»

Δεν είναι δυνατόν να χωρίζονται οι Αρχιερείς σε διάφορες ομάδες με κοσμικά κριτήρια, ηλικίας, χρόνου εκλογής, εδαφικής καταγωγής, αλλά και ούτε να αυτοχαρακτηρίζονται στην πράξη οι ίδιοι οι Αρχιερείς με διάφορα ονόματα (Πρεσβυτέρα και Νεωτέρα Ιεραρχία η Ιερωνυμικοί, Σεραφειμικοί, Χριστοδουλικοί η Πελοποννήσιοι, Ρουμελιώτες, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Θρακιώτες, Νησιώτες) και να επιδιώκουν να έχουν τον πρώτο λόγο σε συγκεκριμένες αποφάσεις και να καθορίζουν σημαντικά θέματα της εκκλησιαστικής ζωής. Μια τέτοια νοοτροπία συνιστά ένα εκκοσμικευμένο ήθος. Δεν πρέπει να υπάρχη σύγκρουση μεταξύ τάξεων και ηλικιών μέσα στην Ιεραρχία. Μια τέτοια σύγκρουση γίνεται μεταξύ εφήβων και ωρίμων, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να αποδώση κανείς στους Ιεράρχες.
Έτσι, λοιπόν, απαιτείται σεβασμός σε όλους τους Ιεράρχες, οιασδήποτε ηλικίας και χρόνου αναδείξεώς τους στον επισκοπικό βαθμό. Ο διαχωρισμός των Ιεραρχών σε «ομάδες και ομαδόπουλα» δεν εκφράζει το ήθος των Επισκόπων στο σύνολό τους και δεν συνιστά εκκλησιαστικό φρόνημα, αφού τα μέλη της Ιεραρχίας αισθάνονται την αδελφότητα και την ισότητα μεταξύ τους.
Επί πλέον απαιτείται σεβασμός στην παράδοση της Εκκλησίας, πως το δόγμα μετατρέπεται σε ήθος ζωής, πως η θεωρητική διδασκαλία της Εκκλησίας γίνεται προσωπικό βίωμα και πως η Εκκλησία θα εξασκήση το έργο της που κινείται σε άλλο επίπεδο από την κρατική εξουσία και δεν συνδέεται με την ιδεολογία, την εκκοσμίκευση και την κοσμοφοβία. Αυτό αναμένει ο λαός του Θεού και όχι μηχανισμούς εξουσίας που γίνονται εν ονόματι της «Πρεσβυτέρας και Νεωτέρας Ιεραρχίας» η τους λεγομένους διαφόρους πόλους μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.

«Πολιτιστική νόσος» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Πολλοί άνθρωποι, ιδιαιτέρως όσοι ασχολούνται με την φιλοσοφία του πολιτισμού, έχουν υπογραμμίσει ότι σήμερα υφίσταται μια κρίση πολιτισμού, την οποία καλούν «πολιτιστική νόσο». Με αυτήν την φράση εννοούνται πολλά, ένα από αυτά είναι και όσα θα ακολουθήσουν στο σχόλιό μας αυτό.

1. Η έννοια του πολιτισμού

Όταν κάνουμε λόγο για πολιτισμό, κατ' αρχάς εννοούμε όλη την ατμόσφαιρα η οποία υπάρχει στην πόλη, στην κοινωνία. Προκειμένου να λειτουργήση σωστά η κοινωνία, πρέπει να βιώνονται οι διάφορες αξίες –θρησκευτικές, πολιτιστικές, κοινωνικές, βιολογικές, υλικές– μέσα σε μια ιεραρχική διαβάθμιση και αξιολόγηση. Γενικά, πολιτισμός είναι η παράδοση εκείνη που κυριαρχεί σε μια κοινωνία που σέβεται τον Θεό και τον άνθρωπο.
Έχουν παρατηρήσει ότι ο πολιτισμός διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό και συνδέεται με την καλλιέργεια, την ωριμότητα και την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω σε άλογες δυνάμεις που επιδιώκουν να δημιουργήσουν αναταραχή στον προσωπικό και κοινωνικό χώρο. Έτσι, όταν ο άνθρωπος καλλιεργήται εσωτερικά, αναπτύσσεται πνευματικά, ωριμάζει ψυχολογικά, τότε αυτό εκφράζεται και εξωτερικά με την τέχνη, την κουλτούρα και με όλες τις εκφράσεις του πολιτισμού.
Κέντρο του πολιτισμού είναι και η θρησκεία, κατά τον Max Weber, διότι η θρησκεία συμβάλλει στην εσωτερική ωριμότητα του ανθρώπου και αυτό εκφράζεται και εξωτερικά με τις τέχνες και τις ποικίλες καλλιτεχνικές δημιουργίες. Άλλοι ισχυρίζονται ότι η θρησκεία είναι κρίση του πολιτισμού, από την άποψη ότι αρνείται τον πολιτισμό, όμως ο γνωστός φιλόσοφος Γιοχάνες Έσσεν έχει τονίσει ότι η θρησκεία δεν είναι μόνον κρίση του πολιτισμού, «αλλά και η ψυχή του πολιτισμού». Μπορεί λοιπόν να τονισθή ότι «η ψυχή του πολιτισμού είναι ο πολιτισμός της ψυχής».

2. Α-πολιτίστικη νοοτροπία των διαχειριστών του πολιτισμού

Σε αυτό το σημείο βλέπω σήμερα την κρίση και την «νόσο του πολιτισμού». Ο πολιτισμός διέρχεται μια βαθειά κρίση με δύο βασικούς τρόπους. Ο ένας ότι γίνεται μια ανατροπή της κλίμακας των αξιών, οπότε υπερτονίζονται κατώτερες αξίες σε βάρος των ανωτέρων αξιών. Ο δεύτερος ότι τοποθετούνται πρόσωπα για την διαχείριση του πολιτισμού, τα οποία δεν διαθέτουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις να εξασκήσουν αυτό το έργο.
Τα ανωτέρω λέγονται με αφορμή τα γεγονότα στα οποία είμαστε μάρτυρες τον τελευταίο καιρό γύρω από μια μορφή ηγεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζεται η κατάσταση αυτή. Με πολλή ευαισθησία, σεβασμό και υπευθυνότητα, θα ήθελα να τονίσω τρία συγκεκριμένα σημεία, τα οποία δείχνουν την πολιτιστική νόσο.
Το πρώτο είναι ότι στο Υπουργείο του Πολιτισμού, όπως πληροφορούμαστε, ασκούνται ποικίλες πιέσεις κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, καθώς επίσης πρόσωπα τα οποία συνδέονται με την διαχείριση του πολιτισμού υποκύπτουν σε ποικίλες πράξεις, οι οποίες υποβιβάζουν την προσωπικότητα του ανθρώπου και κατευθύνονται από πάθη που δημιουργούν αποτροπιασμό (φιληδονία, φιλοδοξία, φιλαργυρία). Όταν κανείς δεν μπορή να κυριαρχήση στον εαυτό του και μάλιστα εμπλέκη το όνομα των ευεργετών του σε αποτροπιαστικές ενέργειές του, που δηλώνουν τουλάχιστον επιπολαιότητα, τότε δεν είναι κατάλληλος να χειρίζεται δημόσιες υποθέσεις και μάλιστα πολιτιστικές.
Το δεύτερο είναι ότι άνθρωποι που ηγούνται τέτοιων πολιτιστικών αγαθών σε στιγμές αδυναμίας οδηγούνται σε αυτοχειρία και αυτοκαταστροφή, χωρίς να έχουν τις δυνάμεις να διαχειρισθούν τέτοιες κρίσιμες ψυχολογικές και κοινωνικές καταστάσεις. Είμαστε άνθρωποι και έχουμε τις αδυναμίες μας, αλλά θα πρέπη να έχουμε και τις ψυχικές και υπαρξιακές αντοχές να τις θεραπεύουμε με υπευθυνότητα και ωριμότητα. Το λάθος είναι μέσα στην ζωή, αλλά η λαθεμένη αντιμετώπιση του λάθους είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Στα γεγονότα των ημερών αυτών γίνονται διάφορες κρίσεις με προσωπικές, πολιτικές και πολιτιστικές προεκτάσεις, αλλά δεν γίνεται καμμία αναφορά στο θέμα της αυτοχειρίας, την οποία άλλοι θεωρούν ως δεδομένη και προσωπική υπόθεση και άλλοι ως προσωπική ευθυξία που επαινείται. Όμως από πλευράς Εκκλησίας η αυτοκτονία θεωρείται μεγάλο αμάρτημα, διότι με την πράξη του αυτή ο άνθρωπος ιδιοποιείται την ζωή, η οποία ανήκει στον Θεό, και δεν δίνει καθόλου δικαίωμα στον εαυτό του να μετανοήση και να θεραπευθή. Η αυτοκαταστροφή είναι μια καταδικαστέα πράξη στην οποία υπέπεσε και ο Ιούδας, ενώ ο Απόστολος Πέτρος, ο οποίος ενώ αρνήθηκε τον Χριστό, εν τούτοις παρέμεινε στον όμιλο των Μαθητών και δέχθηκε την συγχώρηση από τον Θεό και έγινε μέγας Απόστολος. Η μετάνοια ωριμάζει τον άνθρωπο και τον ανεβάζει πνευματικά.
Επομένως, όταν ένας άνθρωπος δεν μπορή με υπευθυνότητα και πίστη να αντιμετωπίζη τέτοιες υπαρξιακές και ψυχολογικές καταστάσεις και κατά συνέπειαν επιλέγει ως λύση στην αυτοχειρία, δεν μπορεί να ηγήται οργανισμού που ασχολείται με τα πολιτιστικά αγαθά. Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Άλλωστε η αυτοκτονία δεν εκφράζει δύναμη, αλλά αδυναμία και ανευθυνότητα.
Το τρίτο έχει σχέση με το πως τα ΜΜΕ χειρίζονται αυτήν την υπόθεση. Και εδώ πρόκειται περί πολιτιστικής νόσου, διότι δεν είναι δυνατόν επί μέρες και εβδομάδες σχεδόν όλα τα δελτία ειδήσεων κάθε ημέρας, να ασχολούνται με αυτό το γεγονός. Βεβαίως, μπορεί να γίνεται αναφορά στην σοβαρότητα του γεγονότος και τις προεκτάσεις που έχει, αλλά δεν είναι δυνατόν να εξαντλήται όλο το περιεχόμενο των δελτίων ειδήσεων μόνο σε αυτό για μέρες και εβδομάδες και να παραθεωρούνται άλλα ενδιαφέροντα και σοβαρότατα εθνικά, κοινωνικά και διεθνή γεγονότα. Αυτό συνιστά κρίση κοινωνική και κρίση πολιτισμού, αλλά και αποπροσανατολίζει τον λαό. Είναι γνωστόν ότι άλλος είναι ο σκοπός των δελτίων ειδήσεων και άλλος ο σκοπός των εκπομπών με συζητήσεις για διάφορα θέματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον πολλοί άνθρωποι σήμερα αισθάνονται αηδία παρακολουθώντας δελτία ειδήσεων και συζητήσεις που εξαντλούνται καθ' ολοκληρίαν γύρω από το θέμα αυτό.
Νομίζω ότι και στο γεγονός αυτό και στον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζεται βλέπουμε την κρίση του πολιτισμού και την λεγομένη «πολιτιστική νόσο», η οποία στο βάθος της είναι κρίση της κοινωνίας και βαθύτερα κρίση του προσώπου. Επί τέλους πρέπει να δοθή μεγάλη σημασία στα πρόσωπα τα οποία καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις και χειρίζονται κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά αγαθά του τόπου μας. Πρόσωπα ανώριμα, που υποκύπτουν σε ποικίλες πιέσεις, ανεύθυνα και κενά υπαρξιακού προσανατολισμού πρόσωπα που εκθέτουν με τον τρόπο τους αυτούς που τους έδειξαν εμπιστοσύνη, δεν είναι κατάλληλα να ασκούν δημόσια εξουσία.–

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος την 7η Φεβρουαρίου ε.ε. εξέλεξε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος τον έως τότε Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμο με σημαντική απόλυτη πλειοψηφία (δεύτερη ψηφοφορία), πρώτη φορά από την ισχύ του νέου Κατασταστικού Χάρτου της Εκκλησίας.
Το γεγονός αυτό προξένησε χαρά κυρίως σε όσους τον γνωρίζουν και εκτιμούν την προσωπικότητά του, την ποιμαντική του διακονία, την προσφορά του στην Εκκλησία και την ιδιαίτερη ευαισθησία την οποία διαθέτει.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. ΙερώνυμοςΈχω την τιμή να συγκαταλέγομαι μεταξύ αυτών. Τον γνωρίζω από πολλά χρόνια. Η γνωριμία μας άρχισε πριν από είκοσι πέντε (25) περίπου χρόνια, σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, όταν εξαναγκάσθηκα να αναχωρήσω από την Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, όπου υπηρετούσα ως Ιεροκήρυξ, μετά την εκδημία του αειμνήστου Γέροντός μου Μητροπολίτου Καλλινίκου.
Πράγματι, την κρίσιμη εκείνη περίοδο ο Σεβ. Μητροπολίτης Θηβών κ. Ιερώνυμος με αντιμετώπισε με ευαισθησία, αγάπη και εκκλησιαστικό ήθος. Θυμάμαι ότι την Μεγάλη Δευτέρα του έτους 1987, όταν έφυγα στενοχωρημένος από την Έδεσσα, με δέχθηκε με πολλή αγάπη στην Λιβαδειά, με φιλοξένησε στο Μητροπολιτικό οίκημα, παρέμεινα για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Μητρόπολη κοντά του και με παρηγόρησε από τον πόνο που αισθάνθηκα με την αποχώρησή μου από την Έδεσσα. Αισθάνομαι ότι η Εκκλησία, με συγκεκριμένο πρόσωπο, διορθώνει τα λάθη που κάνουν άλλα πρόσωπα. Από τότε έχουμε μια διαχρονική αδιατάρακτη επικοινωνία και του συμπαραστάθηκα και ως μέλος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και γενικά ως Επίσκοπος της Εκκλησίας, όσο μπορούσα, στην δοκιμασία την οποία πέρασε.
Από την πολυχρόνια επικοινωνία που έχω μαζί του καταθέτω την μαρτυρία ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έχει, μεταξύ των άλλων, ένα πολύ σημαντικό χάρισμα. Όταν συνομιλή με κάποιον, περισσότερο ακούει και λιγότερο μιλά. Ακούει με την σιωπή του και όταν ομιλή, δεν προφασίζεται τον σοφό, τον θεολόγο κλπ., αλλά περισσότερο είναι ανθρώπινος και εξομολογητικός. Σέβεται τον κάθε συνομιλητή του, τον τιμά, και με ιδιαίτερους τρόπους τον κάνει να αισθάνεται άνετος απέναντί του και ότι έχει κάποια αξία. Δηλαδή, κάνει τον άλλο να αισθάνεται ότι είναι ένα ιδιαίτερο πρόσωπο. Αυτή η στάση του ικανοποιεί την σύγχρονη ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι να βρουν κάποιον που να τους ακούση, να έχη το χάρισμα και την τέχνη της ακροάσεως.
Βέβαια, αυτό συνδέεται και με το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος λειτουργεί συνοδικά, όχι μόνον στην διοίκηση της Ιεράς Μητροπόλεως, αλλά και στις διαπροσωπικές του σχέσεις, αφού σέβεται τα χαρίσματα των άλλων, τα οποία μπορεί να είναι διαφορετικά σε κάθε έναν. Οι άνθρωποι που επικοινωνούν μαζί του είναι διαφορετικών χαρακτήρων και αντιλήψεων, αλλά έχουν ένα κοινό σημείο, το ότι έχουν αναφορά σε εκείνον. Με την πραότητα και την σύνεσή του, είτε προλαβαίνει κρίσεις, είτε θεραπεύει εκρηκτικές καταστάσεις.
Η προσωπικότητά του σχετίζεται και εκφράζεται από δύο ιδιότητες που έχει, του αρχαιολόγου και του θεολόγου. Ως αρχαιολόγος ασχολείται με ιδιαίτερη ευαισθησία και αγάπη με τον πολιτισμό, την ιστορία και τα μνημεία του παρελθόντος, αγαπά ακόμη και τις πέτρες των μνημείων, αλλά και όλη την ζωή του παρελθόντος. Ως θεολόγος, όμως, ασκεί ποιμαντική διακονία, αγαπά τον σύγχρονο άνθρωπο, τον απασχολεί ο πονεμένος και βασανισμένος άνθρωπος και ασχολείται ιδιαίτερα μαζί του. Αυτός ο συνδυασμός αρχαιολόγου και θεολόγου-ποιμένος διακρίνει την έκταση της προσωπικότητός του.
Ένα άλλο σημείο που τον χαρακτηρίζει είναι ότι ασχολείται και με το λογικό και με το άλογο ποίμνιο. Δηλαδή, εκτός από τους ανθρώπους, ενδιαφέρεται προσωπικά για τα ζώα, δημιούργησε μια μονάδα εκτροφής ζώων, ενδιαφέρεται προσωπικά γι' αυτά, δηλαδή έχει σχέση με την όλη δημιουργία, λογική και άλογη, με την ζωή και την φύση. Αυτό δείχνει ότι η θεολογία, η ποιμαντική και η οικολογία συνδέονται μεταξύ τους. Όταν έχη δυσκολίες από το λογικό ποίμνιο, καταφεύγει, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο ίδιος, στο άλογο ποίμνιό του. Όπως γνωρίζει προσωπικά πολλούς ανθρώπους του ποιμνίου του, έτσι γνωρίζει και κάθε ζώο. Μια φορά τον συνόδευσα στο ποιμνιοστάσιό του και διεπίστωσα ότι καλούσε τα «ζωντανά» με τα ονόματα που τους είχε δώσει και εκείνα τον ανεγνώριζαν.
Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος τον εξέλεξε στον θρόνο των Αθηνών και στην προεδρία της Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου γιατί, εκτός των άλλων, ήξερε τις απόψεις του πάνω σε εκκλησιολογικά και ποιμαντικά ζητήματα, τις οποίες διετύπωνε με ευθύτητα και ευγένεια στις Συνεδριάσεις της Ιεραρχίας και τις εξέφραζε σε κείμενα και συνεντεύξεις του. Έχει αναφερθή για το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας, για την εκκοσμίκευσή της, για την ποιμαντική της διακονία, για τις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλπ. Δηλαδή για όσα θα κληθή να αντιμετωπίση και να εκφέρη την άποψή του είναι αφομοιωμένα μέσα στην σκέψη του και επομένως είναι ώριμα μέσα του.
Όπως έγινε γνωστόν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος την περίοδο 1996-1998 συκοφαντήθηκε πολύ. Την συνοδική περίοδο 1996-1997 ήμουν μέλος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, καθώς επίσης συμμετείχα σε μερικές θυελλώδεις συνεδριάσεις της Ιεραρχίας την περίοδο εκείνη και αφ' ενός μεν γνωρίζω από κοντά τα προβλήματα που ανέκυψαν, αφ' ετέρου δε ήμουν συμπαραστάτης του και συνοδοιπόρος του. Μάλιστα, επειδή τον υπεστήριζα, δέχθηκα μερικά κύματα της αναταραχής των ημερών εκείνων.
Αυτό δεν λέγεται για να γίνη μια αναμόχλευση του παρελθόντος, αλλά για να τονίσω ότι η αδικία και η συκοφαντία που εκτοξεύθηκε σε βάρος του τον ωρίμασε ακόμη περισσότερο, αντιμετώπισε την κατάσταση αυτή με προσευχή στους αγίους, ενίοτε δε και με παρρησία και ευθύτητα. Πάντως, όμως, δεν έκανε κακό στην Εκκλησία.
Το σημαντικό του γεγονότος αυτού είναι ότι και μερικοί από τους Ιεράρχες που είχαν εμπλακή τότε στις διαμάχες, αμέσως η εμμέσως, τώρα πρωταγωνίσθηκαν στην υποστήριξη και εκλογή του. Και αυτό πρέπει ιδιαιτέρως να επαινεθή. Αυτό είναι το ήθος των μελών της Εκκλησίας που διακρίνονται για την ταπείνωση, την αναγνώριση του λάθους και όχι την υπερηφάνεια η την αλαζονεία και τον φαρισαϊσμό. Μέσα στην Εκκλησία ζούμε για να σωθούμε και όχι για να σώσουμε την Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από μεσσιανισμούς, γιατί ο Σωτήρας της είναι ο Χριστός. Ακόμη, ζώντας μέσα στην Εκκλησία δεν πρέπει να αισθανόμαστε ως καθαροί με σκοπό να καθαρίσουμε τους ακαθάρτους, αλλά ως αμαρτωλοί που ζητούμε το έλεος και την αγάπη του Θεού. Και, βεβαίως, τα τυχόν λάθη και αμαρτήματα θεραπεύονται από την ίδια την Εκκλησία με τον τρόπο που εκείνη γνωρίζει, με την επικράτηση του πνευματικού νόμου. Διότι εκτός από τους λεγομένους φυσικούς νόμους υπάρχουν και οι πνευματικοί νόμοι που είναι πιο άτεγκτοι και αργά η γρήγορα εφαρμόζονται και επαναφέρουν την δικαιοσύνη με την αγάπη και φιλανθρωπία.
Κατά τον ιερό Νικόλαο Καβάσιλα, η δικαιοσύνη του Θεού δεν είναι μια αποκατάσταση της αδικίας, αλλά είναι η φιλανθρωπία και η αγάπη. Γι' αυτό και ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος τονίζει ότι δεν πρέπει να αποκαλούμε τον Θεό δίκαιο, με την έννοια του τιμωρού κλπ., γιατί με την ενανθρώπησή Του βλέπουμε την αγάπη Του και όχι την δικαιοσύνη Του. Αν ενεργούσε περισσότερο ως δίκαιος, τότε έπρεπε να τιμωρήση τον αμαρτωλό άνθρωπο και όχι να ενανθρωπήση ο ίδιος και να σταυρωθή για τους αμαρτωλούς ανθρώπους.
Επίσης, πρέπει να επισημανθή η ορθόδοξη εκκλησιαστική αντιμετώπιση του γεγονότος, κυρίως από τον βασικό συνυποψήφιό του Σεβ. Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιο, έναν Επίσκοπο ο οποίος διακρίνεται για την υψηλή πνευματικότητά του, την ευγένειά του και την μεγάλη προσφορά του στην Εκκλησία. Τον γνωρίζω από πολλά χρόνια και εκτιμώ και τον χαρακτήρα του και την αγάπη του για την Εκκλησία. Η Εκκλησία διαθέτει ανθρώπους σαν τον αείμνηστο Χριστόδουλο και σαν τον νέο Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, και άλλους, που διαθέτουν πολυποίκιλα χαρίσματα και με αυτόν τον τρόπο φανερώνει ότι είναι μια μεγάλη Μάνα που αναπαύει όλους τους ανθρώπους με τις πολυποίκιλες απαιτήσεις τους.
Χαίρομαι για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου, γιατί ανέδειξε το εκκλησιολογικό γεγονός, το πως η Εκκλησία διορθώνει τα πράγματα, καθώς επίσης θα δείξη το άλλο ήθος και το ύφος της εκκλησιαστικής ζωής, που έχει ανάγκη ο σύγχρονος πονεμένος και βασανισμένος άνθρωπος.
Του ευχόμαστε να έχη υγεία, δύναμη και έμπνευση στο έργο και την διακονία που του ανέθεσε ο Θεός με την ψήφο των Ιεραρχών.–

Παραίτηση Αρχιερέως από τον θρόνο του ἤ όριον ηλικίας Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα "Ορθόδοξος Κόσμος", στις 17-3-2008)


Κατά καιρούς αναφύεται το θέμα της θεσπίσεως ορίου ηλικίας για τους ηλικιωμένους Αρχιερείς η ακόμη γίνεται λόγος για παραίτηση Αρχιερέως από την Μητρόπολη την οποία διαποιμαίνει. Τελευταία, μάλιστα, το θέμα αυτό ετέθη κατά οξύτερο τρόπο, που προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις.
Η θέσπιση ορίου ηλικίας κατά τρόπο έμμεσο συνδέεται και με την παραίτηση των ηλικιωμένων Αρχιερέων από τον μητροπολιτικό θρόνο. Μια τέτοια ενέργεια, δυστυχώς, γίνεται με επιπόλαιο και συνθηματολογικό τρόπο. Δυστυχώς είδαμε στο πρόσφατο παρελθόν διάφορους εκβιασμούς και πιέσεις για παραιτήσεις Μητροπολιτών, καθώς επίσης Αρχιερείς που τελείωσαν την ζωή τους τελούντες σε αγανάκτηση για όσα εκβιαστικά υπέστησαν.
Μερικοί θα αντιτάξουν το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν στην σύγχρονη εποχή με τόσες προκλήσεις και τα έντονα ποιμαντικά ενδιαφέροντα, να παραμένουν Μητροπόλεις αποίμαντες από υπέργηρους Αρχιερείς. Πρόκειται για έναν έντονο προβληματισμό, αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Εκκλησία διευθύνεται από το Κανονικό της Δίκαιο και είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε τους ιερούς Κανόνας της, για τους οποίους δώσαμε ιερή υπόσχεση προ της χειροτονίας μας ότι θα τους διαφυλάσσουμε, καθώς επίσης δεν πρέπει να παραβλέπουμε την προσφορά των πρεσβυτέρων αδελφών μας στην Εκκλησία. Επί πλέον όσοι υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις, αγνοούν την ουσία της ορθοδόξου ποιμαντικής ενός Επισκόπου και την ταυτίζουν με έναν ακτιβισμό, για τον οποίον χρειάζονται τα γνωρίσματα των νέων ανθρώπων.
Επειδή το θέμα της απομακρύνσεως ενός Αρχιερέως από τον θρόνο του αντιμετωπίσθηκε στο παρελθόν από τους ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας, που αποτελούν το κανονικό πλαίσιο διακυβερνήσεώς της, γι' αυτό μελέτησα το θέμα. Περίληψη όλου του προβλήματος από θεολογικής και εκκλησιολογικής πλευράς συναντά κανείς στον κανονολόγο Ματθαίο Βλάσταση. Σχετικό υλικό βρίσκει στον 10ο Κανόνα του Πέτρου Αλεξανδρείας, στην επιστολή του αγίου Κυρίλλου στον Δόμνο, στην επιστολή της Γ Ο?κουμενικ?ς Συνόδου προς την Εκκλησία της Παμφυλίας και στον 16ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Συνεκτιμώντας κανείς τα κείμενα αυτά, με τις σχετικές ερμηνείες των Κανονολόγων, μπορεί να καταλήξη στα εξής βασικά σημεία:
1. Υπάρχει στενή σχέση του Επισκόπου-Μητροπολίτου με την Επισκοπή-Μητρόπολή του και δεν νοείται Επίσκοπος άνευ Επισκοπής. Οι ιεροί Κανόνες προϋποθέτουν για μεν τον Επίσκοπο συγκεκριμένο ποίμνιο, για δε τον Πρεσβύτερο θυσιαστήριο. Εκείνος δε που παραιτείται από το ποίμνιο της πόλεως στο οποίο «επεκηρύχθη», «πως επίσκοπος κληθήσεται του λοιπού, τίνας επισκοπών;». Έτσι, ο Επίσκοπος ποιμαίνει λαό και δεν νοείται να έχη τίτλο, χωρίς ποίμνιο: «Πως δε και ιεράρχης κληθήσεται ο κλήρον μη κεκτημένος υφ' εαυτού, μήτε μην άρχων ιερωμένων;».
2. Ο Μητροπολίτης είναι ισόβιος και δεν παραιτείται η δεν απομακρύνεται από τον θρόνο του, χωρίς καταδικαστική κανονική απόφαση. «Το παραιτείσθαι τους ιερουργούντας τας εαυτών Εκκλησίας ουκ αρέσκει θεσμοίς», διότι όσοι είναι άξιοι να λειτουργούν «ουδείς ποιείσθαι παραίτησιν». Εάν είναι ανάξιοι να λειτουργούν, τότε δεν απομακρύνονται δια της παραιτήσεως, «αλλ' εκ των αποδειχθέντων κατ' αυτών εγκλημάτων», διότι εάν κανείς δεν είναι άξιος να προΐσταται του θυσιαστηρίου, τότε «μηδέ επίσκοπον λέγεσθαι». Και, φυσικά, δεν εκλέγεται νέος Μητροπολίτης σε μια Μητρόπολη, ζώντος του προηγουμένου Μητροπολίτου, ο οποίος δεν έχει καταδικασθή κανονικώς. Δεν επιτρέπεται να καθίσταται Επίσκοπος στην Εκκλησία «ης έτι ο προεστώς ζη», εκτός και εάν «αυτός εκών την επισκοπήν παραιτήσεται».
3. Ο Επίσκοπος δέχεται την αρχιερωσύνη, αλλά συγχρόνως αναλαμβάνει και το επίμοχθο έργο της επισκοπικής διακονίας και δεν νοείται να αποποιήται την διακονία αυτή. Αυτό είναι «άγνωμον» και «ουκ αν είη δίκαιον». Θεωρείται δε «άνοια» το να μπορούν οι Αρχιερείς «τας μεν επισκοπάς παραιτείσθαι, την δε ιερωσύνην και αύθις παρακατέχειν». Μάλιστα χαρακτηρίζονται «αναίσθητοι» «οι ζητούντες την λειτουργίαν, ης εθελοντί εκπεπτώκασι». Διότι «το της επισκοπής όνομα, πράγματός εστι και ενεργείας δηλωτικόν, ο δ' αποσεισάμενος εκοντί την ενέργειαν, εκπέπτωκε δηλαδή και της κλήσεως».
4. Δικαιολογείται για διαφόρους λόγους, λόγω «νόσου χαλεπής» η πατριαρχικής διακονίας, να απέχη από την Επαρχία του και πέραν των έξι μηνών. Όταν όμως ένας Επίσκοπος παραμένη μακράν της Επισκοπής του «και υπέρ του εξαμηνιαίου χρόνου» χωρίς να υπάρχουν οι λόγοι που προαναφέρθησαν, τότε «της του επισκόπου τιμής τε και αξίας αλλοτριωθήσεται παντελώς». Επομένως, ο Κανόνας επιτρέπει στους Αρχιερείς και «πλέον του ενιαυτού αποδημείν, παρά βασιλέων η πατριαρχών κατεχομένοις η δια νόσον βαρείαν κωλυομένοις».
5. Επίσκοπος που παραιτείται της προεδρίας της Επισκοπής για το μοχθηρόν και επίπονον της επισκοπικής διακονίας και κρατά την ιερωσύνη, δηλαδή την «τιμήν» και το «σέβας», δεν μπορεί να δικαιολογηθή κανονικώς. Αυτό σημαίνει ότι παραίτηση Επισκόπου από τον θρόνο του γίνεται για κανονικούς λόγους, αλλά συνδέεται απαραιτήτως και με την εγκατάλειψη της Αρχιερωσύνης. Παραιτείται, δηλαδή, από τον θρόνο, λόγω κανονικών παραπτωμάτων, και συγχρόνως στερείται και της Αρχιερωσύνης. «Ου δεκτέον απλώς την παραίτησιν, ει μη ανάξιόν τις εαυτόν της ιερωσύνης ομολογήσει• τούτου δε αποδεδειγμένου, άμα τη παραιτήσει, και πάσης ιερατικής αξίας ο παραιτούμενος εκπεσείται». Εκείνος που παραιτείται του θρόνου, αλλά επιθυμεί να λειτουργή, το κάνει από κενοδοξία. «Το γαρ την λειτουργίαν δια κενοδοξίαν γίνεται».
6. Ο παραιτούμενος του αρχιερατικού θρόνου, χωρίς κανονικούς λόγους, επιτιμάται από την Σύνοδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Ευσταθίου Παμφυλίας, ο οποίος όταν παραιτήθηκε «από μικροψυχίας και απραγμοσύνης» από την Επισκοπή του, η τοπική Σύνοδος του επέβαλε την έκπτωση και των δύο, και της Επισκοπής και της Ιερωσύνης. Αυτή ήταν αρχαία συνήθεια, διότι όσοι παραιτούνταν από τις Επισκοπές τους «πάντων εξέπιπτον, και ούτε αρχιερατικόν τι δίκαιον μετά την παραίτησιν είχον, ούτε επίσκοποι ωνομάζοντο». Έτσι, στην θέση του Ευσταθίου εξελέγη άλλος Επίσκοπος, διότι δεν ήταν δυνατόν να διατελούν «του Σωτήρος τα ποίμνια» «επιστάτου δίχα».
Όμως, ο Ευστάθιος προσήλθε στους Πατέρας που συγκροτούσαν την Γ Ο?κουμενική Σύνοδο κλαίγοντας και ζήτησε «τέως την του επισκόπου τιμήν και κλήσιν». Οι Πατέρες συνήλγησαν για την περίπτωση αυτή, πληροφορήθηκαν ότι παραιτήθηκε από αμέλεια και από επιπολαιότητα και αγάπη στην ησυχία και όχι από κάποιο κανονικό παράπτωμα, και απεφάσισαν κατ' οικονομίαν να έχη το όνομα της επισκοπής, την τιμή και την κοινωνία, αλλά να μη χειροτονή ούτε να ιερουργή με δική του αυθεντία, χωρίς την άδεια του οικείου Επισκόπου. Και η απόφαση αυτή «ου κανονικώς είρηται τοις αγίοις, αλλ' οικονομία χρησαμένοις και ασυνήθει συγκαταβάσει». Του έδωσαν την δυνατότητα να ιερουργή, κατά ασυνήθιστη συγκατάβαση.
7. Επειδή προβάλλεται η άποψη ότι επιτρέπεται η παραίτηση ενός Επισκόπου-Μητροπολίτου για λόγους υγείας, χωρίς να καθαιρήται της Αρχιερωσύνης του, διότι αυτό έχει καθιερωθή από την μετέπειτα επικρατήσασα παράδοση, πρέπει να σημειωθή μια κανονική αρχή, σύμφωνα με την οποία «μακρά συνήθεια άγραφος, ου κρατεί ένθα αγράφως νόμω η κανόνι εναντιούται».
Επομένως, επιτρέπεται κανονικώς η παραίτηση του Επισκόπου-Μητροπολίτου από τον θρόνο του η μπορεί να δικαιολογηθή και η θέσπιση ορίου ηλικίας, με την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι ο παραιτηθείς η εκδιωχθείς θα στερήται συγχρόνως κανονικώς και της Αρχιερωσύνης και δεν θα μπορή να ιερουργή και να ιεροπράττη.
Επειδή η κανονική αυτή ακρίβεια μπορεί να φανή αυστηρή, αν και είναι συνεπής με τους ιερούς Κανόνας, θα μπορούσε να εφαρμοσθή από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο με διάκριση και σύνεση κατ' οικονομίαν η παράγραφος 2 του άρθρου 34 του Νόμου 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», που διαλαμβάνει: «Μητροπολίτης μη δυνάμενος να εκτελή τα καθήκοντα αυτού δια νόσον η γήρας δικαιούται να υποβάλη κανονικήν παραίτησιν. Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως εις την Δ.Ι.Σ. ήτις, αποδεχομένη την παραίτησιν, ανακοινεί ταύτην τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δια την έκδοσιν του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος. Μητροπολίτης δύναται να παραιτηθή και δια πάντα άλλον σοβαρόν λόγον, περί του οποίου αποφαίνεται η Δ.Ι.Σ. δι' απολύτου πλειονοψηφίας των παρόντων μελών αυτής».
Στην περίπτωση αυτή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφασίζει σχετικώς και ως προς το κατά πόσον θα του επιτραπή να ιερουργή.
Προσωπικά είμαι εναντίον κάθε αντικανονικής παρεμβάσεως στα εσωτερικά της Εκκλησίας, κάθε επιβολής ορίου ηλικίας και εξασκήσεως εκβιασμών εναντίον ηλικιωμένων Αρχιερέων, όπως και δεν συμφωνώ με ενέργειες κάθε Κληρικού που εισβαίνει απαράδεκτα και άκριτα στην κανονική δομή της Εκκλησίας και εν ονόματι του εκσυγχρονισμού την εκκοσμικεύει. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεχθώ την συνθηματολογία σε τέτοια σοβαρά θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα.