Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Εκλογές Αρχιερέων Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Όσα ακολουθούν έχουν γραφή πριν έναν χρόνο (Μάρτιος 2007) προκειμένου να δημοσιευθούν όταν επρόκειτο να γίνουν Αρχιερατικές εκλογές. Σήμερα διατηρούν την επικαιρότητά τους, διότι κατά καιρούς αναφύεται θέμα εκλογές για κενές Μητροπόλεις.
Οι εκλογές αρχιερέων για χηρεύουσες Ιερές Μητροπόλεις είναι μια από τις πιο κορυφαίες πράξεις της Εκκλησίας, και γι’ αυτό πρέπει να γίνωνται με προσοχή και προσευχή. Κατά καιρούς έχω διατυπώσει τις απόψεις μου για το θέμα αυτό, προτείνοντας και διάφορες λύσεις που να ανταποκρίνωνται προς το μέγεθος του γεγονότος. Όμως, συνεχίζεται μια κατάσταση που προκαλεί μια δυσφορία μεταξύ των εκλεκτόρων, αλλά και μεταξύ των Κληρικών που βρίσκονται στον κατάλογο εκλογίμων για την όλη πρακτική που ακολουθείται, ως προς την διαδικασία της εκλογής. Με όσα θα ακολουθήσουν θα επιδιώξω, ύστερα από μερικά εισαγωγικά, να καταθέσω μια συγκεκριμένη πρόταση.

1. Οι απόψεις του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Ο Επίσκοπος Ευρίπου Ιερόθεος (τέλος του 18ου αιώνος), άνδρας λόγιος και ιεροπρεπής, αμέσως μετά την εκλογή του εις Επίσκοπον απέστειλε επιστολή στον εξάδελφό του –κατ’ άλλους θείο του– Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον μετέπειτα άγιο της Εκκλησίας, και του ζητούσε συμβουλές για το πως να σηκώση το βαρύ φορτίο της αρχιερωσύνης, αφού είχε εκλεγή σε νεαρά ηλικία. Μάλιστα σε ένα σημείο της επιστολής του γράφει: «Πειρασμοί με γαρ πάντοθεν περιεστοίχησαν σφοδροί τε και αλλεπάλληλοι και δεινοίς περιπέπτωκα, όσους ο βαθμός ούτος, απαραιτήτως μεθ’ εαυτού συνεφέλκεται».
Ο άγιος Νικόδημος, αντί μιας συντόμου απαντήσεως, συνέγραψε ένα ολόκληρο σύγγραμμα, που επιγράφεται «Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, ήτοι περί φυλακής των πέντε αισθήσεων», μέσα στο οποίο φαίνεται ποιό πρέπει να είναι το έργο του Αρχιερέως και μέσα σε ποιά ατμόσφαιρα θα πρέπη να κινήται. Πράγματι, το περιεχόμενο του βιβλίου είναι απόσταγμα της όλης θεολογίας της Εκκλησίας για τον βαθμό του Επισκόπου.
Το σημαντικό είναι ότι στον προοίμιό του ο άγιος Νικόδημος κάνει μια εύστοχη παρατήρηση: «ότι το πάλαι οι Αρχιερείς δεν εγίνοντο αυτόκλητοι, αλλά η θεόκλητοι, η δημόκλητοι». Στην όλη παράδοση της Εκκλησίας «δεν φαίνεται ποτέ τις αυτόκλητος να ορμήση εις το μέγα της ιεραρχίας αξίωμα». Όμως, αυτή η συνήθεια έπαυσε να επικρατή και αντιεισήχθησαν «τα εναντία τούτων δεινά».
Πέρα από την παρατήρηση αυτή ο άγιος Νικόδημος προχωρεί και σε έναν προσωπικό έλεγχο. Ελέγχει τον εξάδελφο η ανηψιό του, επειδή στην περίπτωσή του «η νεότης», «η παρακίνησις των πολλών», αλλά «και η άγνοια του βάρους του αρχιερατικού αξιώματος» τον έκαναν να ακολουθήση «εις την νυν επικρατούσαν (αχ! δος μοι άδειαν να την ονομάσω) πονηράν συνήθειαν». Ορίζει δε την «πονηράν συνήθειαν» όταν του γράφει: «ώστε προ του ωρίμου καρπού, να θέσης τους νεαρούς και απαλούς ώμους σου υπό τοιούτον φορτίον υπέρογκον, και πριν άρξης των εν σοι παθών, σε εβίασαν να άρξης λαών». Από αυτήν την κατάσταση δημιουργούνται τα σκάνδαλα στην Εκκλησία, οι πληγές, οι κατηγορίες κλπ. Τουλάχιστον ο αρχιερεύς θα πρέπη να αγωνίζεται να καταστήση «την πολυαρχίαν αυτών (των παθών) και οχλοκρατίαν εις ολιγαρχίαν και όχι αριστοκρατίαν», δηλαδή να καταστή «ούτε πολυπαθής ούτε τελείως απαθής, αλλά ολιγοπαθής και μετριοπαθής», αφού το να φθάση κανείς στην τελεία απάθεια «τούτο μόλις εδόθη και δίδοται τοις φθάσασιν εις το άκρον της θεωρίας και πράξεως, χάριτι Χριστού».

2. Η σύγχρονη κατάσταση

Διαβάζοντας κανείς το κείμενο αυτό του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και συγκρίνοντάς το με όσα γίνονται και στην εποχή μας, το βλέπει πολύ σύγχρονο και επίκαιρο.
Οι εκλογές των Αρχιερέων γίνονται, εν πολλοίς, όχι με κριτήρια πνευματικά, κανονικά, αγιοπατερικά, αλλά με άλλες προϋποθέσεις. Επειδή έχει καθορισθή το πρότυπο του συγχρόνου Αρχιερέως, ως ενός δραστήριου κοινωνικού Κληρικού, γι’ αυτό και τα κριτήρια προσαρμόζονται κατάλληλα. Δεν επιθυμώ να είμαι αναλυτικός ως προς το σημείο αυτό, αφού τα «ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται».
Το θέμα, όμως, είναι ότι και ο τρόπος της επιλογής των προσώπων κινείται μέσα στην προοπτική του «αυτοκλήτου», που τις περισσότερες φορές επενδύεται με τον χαρακτηρισμό του «θεοκλήτου» –τον εξέλεξε το Άγιον Πνεύμα, τον ήθελε ο Θεός– και του «δημοκλήτου» –τον ήθελε ο κόσμος. Αυτό το «δημόκλητον» στις ημέρες μας καταστρατηγείται, αφού τις περισσότερες φορές ελέγχεται και καθοδηγείται, οπότε θεωρείται και είναι «αυτόκλητον». Αν διαβάση κανείς μερικούς χειροτονητηρίους λόγους, θα διαπιστώση την υφιστάμενη σήμερα υποκρισία στο λεγόμενο «θεόκλητο» και «λαόκλητο». Το αξιοπερίεργο είναι ότι ενώ από μερικούς χρησιμοποιείται «η πονηρά συνήθεια», εν τούτοις κατά την χειροτονητήρια ομιλία τους εκφράζουν την «αυτομεμψία» και την αναξιότητά τους, ωσάν να εκβιάσθηκαν η πιέσθηκαν να αποδεχθούν την εκλογή τους.
Έτσι, για μια χηρεύουσα Μητρόπολη, προτείνεται-«χρίεται» ένα πρόσωπο, του οποίου το όνομα διαρρέει στον Τύπο, που είναι προϊόν η διασκέψεων η σχεδιασμών πάνω στον εκκλησιαστικό χάρτη, η πιέσεων των τοπικών Αρχών και Οργανώσεων, ζώντων ακόμη των Αρχιερέων, εν όψει, βέβαια, του επικειμένου θανάτου τους.
Αλλά και ο τρόπος της τελικής υποψηφιότητας ομοιάζει πολύ με τον ανάλογο τρόπο που κυριαρχεί στα πολιτικά πράγματα. Για παράδειγμα, ο εκάστοτε Πρωθυπουργός επιλέγει τους Υπουργούς του, οι υποψήφιοι Βουλευτές, Νομάρχες, Δήμαρχοι, «χρίονται», «πέφτει η κατάλληλη γραμμή» και στην συνέχεια τα μέλη του Κοινοβουλίου, τα Κόμματα η ο λαός, καλούνται να αποδεχθούν η να επικυρώσουν με την ψήφο τους. Έτσι, η εξάρτηση είναι δεδομένη και η ανασφάλεια του ηγέτου κατοχυρώνεται. Φυσικά, σήμερα άρχισαν να διατυπώνονται και στο θέμα αυτό ωριμότερες σκέψεις.
Αυτή η κατάσταση στα μεν πολιτικά πράγματα εν μέρει δικαιολογείται –και από το Σύνταγμα– αφού ο Πρωθυπουργός είναι υπεύθυνος για τον σχηματισμό της Κυβερνήσεως, απόρροια του φεουδαλιστικού συστήματος, αλλ’ όμως αυτό δεν έχει θέση μέσα στην εκκλησιαστική ζωή. Δεν είναι δυνατόν και ως προς το σημείο αυτό η εκκλησιαστική ζωή να μιμήται την πολιτική εξουσία, που έχει άλλες προοπτικές και κινείται σε άλλο επίπεδο. Η Ιεραρχία δεν μπορεί να συγκαλήται, και μάλιστα αιφνιδιαστικά, για να εγκρίνη ως Επισκόπους τους «χρισθέντας» Κληρικούς. Μπορεί να λεχθή ότι και σε μια τέτοια περίπτωση ο εκλέκτωρ - Μητροπολίτης έχει το δικαίωμα μιας άλλης επιλογής του «εκ του καταλόγου του ιερατικού», αλλ’ όμως μια τέτοια επιλογή τις περισσότερες φορές πληρώνεται ακριβά, από τις αναλύσεις που δημοσιεύονται στις εφημερίδες, μετά την ψηφοφορία, και από τις εν συνεχεία πρακτικές.

3. Η πρόταση

Κατόπιν όλων αυτών σκέπτομαι κάτι απλό. Μέχρις ότου γίνη αλλαγή του τρόπου εκλογής των Αρχιερέων, όπως το έχω προτείνει πρόσφατα, μπορεί να εφαρμοσθούν δύο πρακτικές. Η πρώτη να σταματήση το εκκοσμικευμένο φαινόμενο να «χρίωνται» οι υποψήφιοι και να περιέρχωνται στις Μητροπόλεις η να τηλεφωνούν για να εξασφαλίσουν την ψήφο των εκλεκτόρων. Η δεύτερη, ο Αρχιεπίσκοπος να μη εκφράζεται πριν την ημέρα της συγκλήσεως της Ιεραρχίας, αλλά να προτείνη κατά την πρώτη ημέρα της Συνεδριάσεώς της, τρία ονόματα υποψηφίων, που θα έχουν κατά το μάλλον η ήττον κάποια σχέση με την χηρεύουσα Ιερά Μητρόπολη, χωρίς φυσικά να δεσμεύωνται οι Αρχιερείς να μην έχουν και άλλες επιλογές, και έπειτα να αφήνεται ελεύθερη η Ιεραρχία να κάνη την τελική επιλογή. Βεβαίως, το αποτέλεσμα της εκλογής δεν πρέπει να προσμετράται ως επιτυχία του Αρχιεπισκόπου η κάποιου μέλους της Ιεραρχίας, ούτε ως αποτυχία του. Πρέπει να εκλείψη αυτή η νοοτροπία και να μη επικρατή και ως σκέψη η αντιπολιτευτική νοοτροπία.
Μια τέτοια πρόταση για τις Αρχιεπισκοπικές εκλογές, που είναι απόρροια σκέψεων πολλών Ιεραρχών και η οποία έχει ωριμάσει στο εκλεκτορικό σώμα, θα επιλύση πολλά προβλήματα, ήτοι θα περιορισθούν τα παράπονα πολλών Πρεσβυτέρων ότι παραθεωρούνται στην τελική επιλογή, θα ενεργούν ελεύθερα οι Ιεράρχες, θα αισθάνεται πιο ελεύθερος ο εκλεγείς Μητροπολίτης και θα δημιουργηθή ένα μεταβατικό στάδιο για καλύτερες λύσεις.
Νομίζω σε αυτό το σημείο θα φανή η ωριμότητα όλων μας. Αλλιώς θα ισχύουν τα όσα γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για την «πονηράν συνήθειαν».–

Επίσκοποι, θεολόγοι, μοναχοί Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Το βασικό εκκλησιολογικό αίτημα των ημερών μας είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Υπάρχουν πολλά αγιογραφικά και πατερικά κείμενα τα οποία δείχνουν τι ακριβώς είναι η ενότητα της Εκκλησίας και πως συγκροτείται. Το σημαντικότερο είναι η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού.
Εδώ θα ήθελα να αναφέρω έναν χαρακτηριστικό λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, που φανερώνει την ενότητα της Εκκλησίας όχι μόνον στην εξωτερική της έκφραση, αλλά και στην εσωτερική της δομή.
Στο Άσμα Ασμάτων σε κάποια στιγμή παρουσιάζεται ο Βασιλεύς Σολωμών να επαινή την ομορφιά της αγαπημένης του, και μεταξύ των άλλων επαινεί τους οφθαλμούς, το τρίχωμα και τους οδόντας της με τα εξής λόγια: «Ιδού ει καλή, η πλησίον μου, ιδού ει καλή. Οφθαλμοί σου περιστεραί….. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών… οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων» (Άσμα Ασμάτων δ , 1-2). Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στους ερμηνευτικούς του λόγους παρουσιάζει με ενάργεια ότι η Εκκλησία είναι η ωραιοτάτη αυτή γυναίκα και στην συνέχεια αναλύει ποιοί είναι οι οφθαλμοί, το τρίχωμα και οι οδόντες της.
Οι οφθαλμοί στο Σώμα της Εκκλησίας είναι «πάντες εκείνοι εις οδηγίαν Θεού τεταγμένοι», τους οποίους οι άνθρωποι χαρακτηρίζουν ορώντες. Πρόκειται για τους Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, αφού ο Σαμουήλ χαρακτηριζόταν βλέπων, ο Ιεζεκιήλ οφθαλμός, ο Μιχαίας ορών, και ο Μωϋσής θεώμενος. Αυτό συμβαίνει και με τους Προφήτας της Καινής Διαθήκης και βέβαια σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν όλοι οι οδηγοί του λαού του Θεού, οι Επίσκοποι και Κληρικοί. Ονομάζονται οφθαλμοί, γιατί βλέπουν τον ήλιο της δικαιοσύνης, διακρίνουν τον φίλο και τον πολέμιο.
Το τρίχωμα, η κόμη, στο Σώμα της Εκκλησίας είναι όλοι εκείνοι που μιμούνται τον Προφήτη Ηλία, ο οποίος μετά την πολυχρόνια άσκηση στο όρος Γαλαάδ δίδαξε τον βίο της εγκρατείας. Όλοι εκείνοι που ακολουθούν το παράδειγμα του Προφήτη Ηλία στην αρετή και την άσκηση, και προφανώς εννοεί τους μοναχούς, τους ασκητές, «κόσμος γίνονται της Εκκλησίας», αφού οι τρίχες είναι ο στολισμός της κεφαλής του σώματος του ανθρώπου.
Οι οδόντες στην Εκκλησία που επαινούνται από τον Λόγο, πριν από το στόμα και τα χείλη, είναι αυτοί που ανήκουν στους «κριτικούς τε και διαιρετικούς των διδαγμάτων καθηγητάς», δια των οποίων γίνεται εύληπτος και επωφελής η διδασκαλία. Οι πνευματικοί οδόντες μέσα στην Εκκλησία λαμβάνουν παχύ και σφικτό το ψωμί του λόγου και το κάνουν εύπεπτο στις ψυχές με την λεπτομερέστερη θεωρία.
Επομένως, οι οφθαλμοί-Κληρικοί, το τρίχωμα-μοναχοί και οι οδόντες-θεολόγοι-καθηγητές, αποτελούν την δόξα και τον έπαινο του Σώματος της Εκκλησίας, αλλά έχουν και μεταξύ τους ενότητα εξωτερική και εσωτερική.
Στο Άσμα Ασμάτων οι οφθαλμοί λέγονται περιστεραί, γιατί, κατά την ερμηνεία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, δείχνουν την ακεραιότητα και την απλότητα του χαρακτήρα τους και έχουν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εμφανίσθηκε ως περιστερά. Ονομάζονται οφθαλμοί, γιατί επαινείται ολόκληρος ο άνθρωπος «ο φαινόμενός τε και νοούμενος». Έτσι, όσοι έλαβαν «την οπτικήν ταύτην εξουσίαν επί της Εκκλησίας» δεν βλέπουν σε κάτι το υλώδες και σωματικόν, αλλά πραγματοποιείται σε αυτούς ο πνευματικός και άυλος βίος. Οι μοναχοί είναι τα μαλλιά της Νύμφης Εκκλησίας, γιατί όπως τα μαλλιά είναι άμοιρα από αίσθηση ζωής και δεν διαθέτουν πόνο και αίσθηση ηδονής, «το δε αμοιρείν της αισθήσεως των νεκρών εστίν ίδιον», έτσι και όσοι έχουν νεκρωθή κατά τον κόσμο ούτε φουσκώνουν από δόξες και τιμές, ούτε υποφέρουν από ύβρεις και περιφρόνηση, αλλά κρατούν την ίδια στάση και στις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις. Οι καθηγητές και διδάσκαλοι χαρακτηρίζονται οδόντες για την στερεότητά τους, για την κανονική τους θέση και την σταθερή εμφύτευσή τους στα ούλα. Χαρακτηρίζονται δε οι οδόντες ως «αγέλαι κεκαρμένων», γιατί η Εκκλησία θέλει τους ανήκοντας στην κατηγορία αυτή «κεκαρμένους είναι, τουτέστι πάσης υλικής αχθηδόνος γεγυμνωμένους, είτα τω λουτρώ της συνειδήσεως παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος καθαρεύοντας, προς τούτοις αεί δια προκοπής αναβαίνοντας και μηδέποτε προς το έμπαλιν κατασυρομένους επί το βάραθρον».
Είναι φανερόν ότι οι Κληρικοί, οι μοναχοί και οι θεολόγοι μέσα στην Εκκλησία αποτελούν μια ενότητα και αποβλέπουν στην δόξα και τον έπαινο της Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός, αλλά μια εσωτερική αγωνία και ένα πνευματικό άθλημα, με την Χάρη του Χριστού. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι δεν πρέπει να επικρατή αντιπαλότητα μεταξύ Επισκόπων, Μοναχών και Καθηγητών, αλλά μια αραγής ενότητα, γιατί όλοι υπηρετούμε τον ίδιον σκοπό. Η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με τους Κληρικούς και την Ιερά Σύνοδο των Ιεραρχών, αλλά είναι η Νύμφη του Χριστού που στολίζεται από τους οφθαλμούς, το τρίχωμα και τους οδόντες, δηλαδή τους Κληρικούς, τους μοναχούς και τους θεολόγους, οι οποίοι αποβλέπουν στην δόξα του Θεού.–

Ειρηνική επίσκεψη και συμβίωση Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Η πρώτη επίσκεψη του νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στο κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία χαρακτηρίζεται ως ειρηνική, δικαίωσε και τον χαρακτηρισμό και τις προσδοκίες των μελών της Εκκλησίας και των πολιτών της χώρας μας, που θέλουν να υπάρξη ειρήνη μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Η επικοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών είναι απαραίτητη και αναγκαία, ιδίως στις ημέρες μας.
Η αλήθεια είναι ότι το λυκαυγές της καταλλαγής και της ειρήνευσης εμφανίσθηκε από τον Μάϊο του 2004 (28-5-2004), όταν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος με ανακούφιση αποδέχθηκε την πρόταση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου να γίνουν αποδεκτά τα δύο Καταστατικά κείμενα, ήτοι ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική Πράξη του 1928 στο σύνολό τους.
Είχε προηγηθή μια μεγάλη κρίση που απεκάλυψε τους «εκ πολλών καρδιών διαλογισμούς». Εμένα τουλάχιστον μου έδωσε την δυνατότητα, ύστερα από επιθέσεις που δέχθηκα εντός της Ιεραρχίας, επειδή αγωνίσθηκα για να μην επέλθη η ρήξη μεταξύ των δύο Εκκλησιών, να μελετήσω το θέμα και να γράψω δύο βιβλία, τρεις πολυσέλιδες απαντήσεις σε Μητροπολίτη και πολλά άρθρα στις Εφημερίδες, εν μέσω της κρίσεως, που ανέρχονται σε πάνω από χίλιες (1.000) σελίδες. Ευτυχώς μερικοί, μεταξύ των οποίων και ο Πατριάρχης, αναγνωρίζουν την προσφορά μου.
Είναι αδιανόητο στην Εκκλησία της Ελλάδος –στην οποία υπάρχει ένα ιδιότυπο, αλλά προνομιακό εκκλησιαστικό καθεστώς– να χωρίζωνται οι Μητροπολίτες σε φιλοπατριαρχικούς και μη. Οπότε, χαίρομαι που τώρα όλοι αναγνωρίζουν την αξία και την προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έστω και αν μερικοί το κάνουν όψιμα, όπως διακρίνεται στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου που γνωρίζω. Ελπίζω δε ότι αυτό το όψιμο θα είναι σταθερό και μη μεταβλητό από οπορτουνιστικές επιδιώξεις.
Οι πρόσφατες συζητήσεις και αποφάσεις στην Κωνσταντινούπολη κινούνται μέσα στο αυτονόητο για τους εκκλησιαστικούς άνδρες. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο διακονεί θυσιαστικά την ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών και η Εκκλησία της Ελλάδος ως θυγατέρα, αδελφή, σύνοικος και συγκληρονόμος μεγάλου και άφθιτου θησαυρού πρέπει να χαίρεται για την τιμητική της σχέση με Αυτό. Οι επιμέρους λεπτομερειακές ρυθμίσεις πρέπει να γίνουν με διάκριση, σοφία, αγάπη και μεγαθυμία στην προοπτική της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Άλλωστε, η συνοδικότητα της Εκκλησίας συμπορεύεται με την ιεραρχικότητα του εκκλησιαστικού πολιτεύματος και ο συνδυασμός αυτός –συνοδικότητας και ιεραρχικότητας– πρέπει να λειτουργή σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και στο επίπεδο των διορθοδόξων σχέσεων. Είναι γνωστόν δε ότι η λεγόμενη «αυτοκεφαλία» δεν μπορεί να λειτουργή, όπως γράφει ο Olivier Clement, ως «αυτοκεφαλαρχία», γιατί οι σχέσεις μεταξύ των Εκκλησιών δεν νοείται να λειτουργούν στην προοπτική της ανεξαρτησίας, αλλά στα πλαίσια της αλληλεξάρτησης.
Νομίζω ότι επ' ουδενί λόγω πρέπει να επαναληφθούν οι αρνήσεις, οι αμφισβητήσεις και οι διενέξεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών, προς ζημίαν όλων. Αντίθετα, μάλιστα, όπως επισημαίνει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας «κάθε τι που μας αφορά, όταν συμβαίνη σωστά σύμφωνα με την τάξη των κανόνων, δεν μας προκαλεί καμμιά ταραχή, αλλά μας απαλλάσσει κιόλας από τις κακολογίες κάποιων η καλύτερα προκαλεί για χάρη μας και τους επαίνους των συνετών».
Τελικά, ούτε εν ονόματι της ελευθερίας πρέπει να καταργήται η ενότητα του συνόλου, ούτε εν ονόματι της ενότητας να καταργήται η ελευθερία. Γι' αυτό πρέπει όλοι μας να μάθουμε «πως δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι» (Α Τιμ. γ , 15).–

Η δύναμη και η αδυναμία της ψήφου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Η δύναμη της ψήφου για τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι μεγάλη και εκφράζει το δημοκρατικό πολίτευμα κάθε Πολιτείας, με την οποία αναδεικνύονται οι ηγέτες.
Σίγουρα η ψήφος είναι έκφραση των ιδεολογιών, των προσδοκιών και των οραμάτων κάθε ανθρώπου, αλλά συγχρόνως είναι και έκφραση αντίστασης και δυσαρέσκειας. Έτσι, η ψήφος μέσα της έχει και θετικά και αρνητικά στοιχεία και εξαρτάται κάθε φορά από την νοοτροπία του ψηφοφόρου. Ενώ είναι μια ψήφος που εκφράζεται με σταυρό η με λευκό ψηφοδέλτιο, εντός της κρύβει μία προσωπική ιστορία κάθε ψηφοφόρου. Τι θα μπορούσαμε να ακούσουμε αν υπήρχε δυνατότητα να κάνουμε ένα «ψυχογράφημα της ψήφου»! Βεβαίως, μερικοί σύγχρονοι επιστήμονες εκλογολόγοι αναλυτές έχουν τις προϋποθέσεις και τους τρόπους να ανιχνεύουν αυτά τα μύχια των ψήφων και τις προθέσεις των ψηφοφόρων, αλλ' αυτό δεν μπορεί να γίνη με ακρίβεια.
Πέρα από αυτό η ψήφος στα διάφορα πολιτεύματα και ομάδες ανθρώπων δίδεται με πολλούς τρόπους, ήτοι δια βοής, δι’ ανατάσεως της χειρός, δι’ ονομαστικής ψηφοφορίας και δια μυστικής ψηφοφορίας. Κάθε είδος ψηφοφορίας εξαρτάται από τον χρόνο και τον τόπο, από τις νοοτροπίες και τις καταστάσεις που επικρατούν. Θα πρέπη σε όλες αυτές τις περιπτώσεις να εξασκήται με προσωπική ελευθερία, δηλαδή ο ψηφοφόρος να ενεργή ως πρόσωπο, που σημαίνει, εκτός των άλλων, να έχη την δυνατότητα ελεύθερης επιλογής και έκφρασης.
Όμως, τα πρώτα είδη ψηφοφορίας, ήτοι δια βοής, ανατάσεως της χειρός και ονομαστικής ψηφοφορίας, είναι ενδεχόμενο να ερμηνευθούν ως έκφραση ανδρείας και δημοκρατικής ευαισθησίας και συνειδήσεως, αλλά είναι ενδεχόμενο και να εκφράζουν πίεση, εξαναγκασμό και φόβο. Αντίθετα, η μυστική ψηφοφορία διασώζει περισσότερα στοιχεία ελευθερίας, χωρίς όμως να απαλλάσσεται από την αίσθηση του φόβου. Τα θετικά στοιχεία είναι περισσότερα από τα αρνητικά. Με την μυστική φηφοφορία διασώζονται τα προσωπικά στοιχεία της ελευθερίας, της αποδέσμευσης από ποικίλες εξαρτήσεις, της αποφυγής συγκροτήσεως ιδιαίτερων ομάδων και σχηματισμών.
Αυτό γίνεται στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα, αφού οι προτάσεις γίνονται αποδεκτές η όχι με ψηφοφορίες όλων των ειδών και εξαρτάται από την ευαισθησία των διαφόρων ηγετών και από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την εξάσκηση της εξουσίας. Αυτό, όμως, γίνεται και στα εκκλησιαστικά πράγματα, κυρίως στο επίπεδο της Ιεραρχίας που θα ήθελα να σχολιάσω. Εδώ δεν εννοώ τις ψηφοφορίες για την εκλογή Μητροπολιτών και Αρχιεπισκόπου, που γίνονται με κάλπη και μυστική ψήφο, αλλά τις ψηφοφορίες που γίνονται στα Συνοδικά Όργανα, ήτοι την Διαρκή Ιερά Σύνοδο και την Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, για διάφορα σοβαρά θέματα που καθορίζουν την ζωή της Εκκλησίας.
Κατά καιρούς έχουν δοκιμασθή και ενεργοποιηθή όλα τα είδη της ψηφοφορίας. Τα χρόνια που συμμετέχω στα Συνοδικά Όργανα διαπίστωσα ότι κυριαρχούσαν η ψηφοφορία δια βοής, δι’ ανατάσεως της χειρός και μερικές φορές δια ονομαστικής ψηφοφορίας. Μόνον μια φορά, από ο,τι θυμάμαι, πριν μερικά χρόνια ετέθη κάλπη για να γίνη μυστική ψηφοφορία, ίσως γιατί το θέμα ήταν τέτοιο που προσδοκούσε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος θετική ψήφο και το αποτέλεσμα υπήρξε έκπληξη γι’ αυτόν. Για πάνω από σαράντα χρόνια και βεβαίως και νωρίτερα οι Συνοδικές αποφάσεις λαμβάνονταν με συνοπτικές διαδικασίες, που μερικές προβλημάτιζαν κάθε σκεπτόμενο Επίσκοπο. Αλλά με τέτοιους τρόπους δοκιμάζεται σκληρά η ελευθερία του Επισκόπου. Βεβαίως, και εδώ αναδεικνύεται το ελεύθερο πρόσωπο που ενεργεί κατά Θεόν, κατά συνείδηση και κατά δικαιοσύνη.
Στην πρόσφατη πρώτη Συνεδρίαση της Ιεραρχίας, επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου, έγινε μια θετική αλλαγή στο θέμα αυτό που νομίζω θα συνεχισθή. Και αυτό δεν έγινε αντιληπτό από τους περισσότερους που ασχολούνται με τα εκκλησιαστικά, όσο θα έπρεπε, και αυτό δείχνει την αλλαγή που επήλθε στα εκλησιαστικά πράγματα.
Συγκεκριμένα για το θέμα της εκλογής των Βοηθών Επισκόπων ετέθησαν προτάσεις προκειμένου να αποφασίση η Ιεραρχία η δι’ ανατάσεως της χειρός, η με ονομαστική ψηφοφορία η με μυστική ψηφοφορία και ο Αρχιεπίσκοπος χωρίς δισταγμό, κατέληξε στην τελευταία πρόταση (μυστική ψηφοφορία) την οποία, άλλωστε, υπεστήριζε από καιρό. Και έτσι στήθηκε κάλπη για να ληφθή η συγκεκριμένη αρνητική απόφαση. Νομίζω ότι αν ήθελε και γινόταν η ψηφοφορία δι’ ανατάσεως της χειρός η με κατάσταση (ονομαστική ψηφοφορία) θα ήταν θετική, αφού η πρόταση της εκλογής Βοηθών Επισκόπων είχε υποστηριχθή από πολλούς και παλαιούς Αρχιερείς.
Οι περισσότεροι παρουσιαστές με ευκολία κατέληξαν στο ότι η άρνηση της πλειοψηφίας των Ιεραρχών να δεχθή την απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ήταν αποτυχία του Αρχιεπισκόπου. Όμως, προσωπικά νομίζω ότι η μυστική ψηφοφορία ήταν μεγάλη επιτυχία του Αρχιεπισκόπου και γενικότερα του Συνοδικού συστήματος. Ο Αρχιεπίσκοπος, από ο,τι γνωρίζω, θέλει να σπάση την άποψη ότι πρέπει να δίνη γραμμές, να επιβάλλεται στην ψηφοφορία και να καθορίζη τις εξελίξεις. Άλλο είναι η πρόταση και άλλο η λεγόμενη γραμμή. Ο κάθε Αρχιεπίσκοπος δεν πρέπει να παγιδεύη την Ιεραρχία και να την ποδηγετή, αλλά να αφουγκράζεται τις απόψεις των Ιεραρχών, να προτείνη ενδεχομένως, αλλά ούτε να θεωρή επιτυχία την αποδοχή της προτάσεώς του, ούτε ως αποτυχία την μη αποδοχή της. Επί τέλους πρέπει να απομακρυνθούν από την Ιεραρχία τέτοιες πρακτικές που ενδεχομένως μπορούν να υπάρχουν σε άλλους χώρους.
Η πολιτική, κοινωνική, αλλά και εκκλησιαστική πείρα έχει αποδείξει ότι όταν ο ηγέτης, Πολιτικός η Εκκλησιαστικός, στηρίζεται σε πλειοψηφίες, η στον καταρτισμό δικής του ομάδας, η στην αστυνόμευση της βούλησης των συνεργατών του και των μελών του χώρου που ηγείται, βλέπει πολύ σύντομα το οικοδόμημα που θέλησε να κατασκευάση να καταρρέη παταγωδώς. Τα «απολυταρχικά» καθεστώτα δεν αντέχουν στον χρόνο και οι βιασμένες συνειδήσεις πολύ γρήγορα επαναστατούν. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραφε: «Το βία υποταττόμενον στασιάζει καιρού λαβόμενον». Αυτό που μένει και έχει αξία είναι ότι ο κάθε ηγέτης για να αφήση έργο διαχρονικό πρέπει να διοική σταυρικά και κενωτικά.
Από την πρόσφατη Ιεραρχία προσωπικά χάρηκα αυτήν την σημαντική αλλαγή, να λαμβάνονται δηλαδή σοβαρές αποφάσεις με μυστική ψηφοφορία. Ένας παλαιός πεπειραμένος Αρχιερεύς έγραψε ότι ένας από τους μεγάλους πειρασμούς κάθε εκκλησιαστικού ηγέτου είναι ο πειρασμός της δύναμης, την οποία επιδιώκει να χρησιμοποιή με τρόπους που βρίσκονται μακρυά από τον ταπεινό και πνευματικό χώρο της Εκκλησίας. Ο πειρασμός αυτός αντιμετωπίζεται με την ολοκληρωμένη προσωπικότητα, με στέρεη θεολογία και ηυξημένο εκκλησιαστικό φρόνημα.–

Η κτήση καί η χρήση τής εκκλησιαστικής περιουσίας Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Δημοσιεύθηκε στήν Εφημερίδα «Τό Βήμα» τής Κυριακής 21-9-2008)


Τό θέμα τής εκκλησιαστικής περιουσίας έχει εξετασθή διεξοδικώς κατά καιρούς, επανέρχεται όμως συχνά στήν επικαιρότητα από πολλούς λόγους, είτε από σκανδαλώδεις συμπεριφορές Κληρικών, είτε από κομματικές-πολιτικές σκοπιμότητες. Η αντιμετώπιση τού θέματος είναι πολύπλευρη καί στό άρθρο αυτό θά τονισθούν μερικά μόνον σημεία.
Κατ' αρχάς, όταν ομιλούμε εδώ γιά Εκκλησία σέ σχέση μέ τήν περιουσία δέν τήν εννοούμε από θεολογικής καί πνευματικής πλευράς, αλλά από νομικής καί κοινωνικής. Έτσι εδώ δέν εννοούμε τήν Εκκλησία ως τόν Θεανθρώπινο οργανισμό, αλλά τά συγκεκριμένα Νομικά Πρόσωπα, ήτοι τήν Ιερά Σύνοδο, τίς Ιερές Μητροπόλεις, τίς Ενορίες καί τίς Μονές.
Μέ αυτήν τήν έννοια η Εκκλησία έχει περιουσία αφ' ενός μέν γιά νά καλύψη τίς λειτουργικές της ανάγκες, αφ' ετέρου δέ γιά νά ασκήση τό ποικίλο φιλανθρωπικό της έργο. Όσοι ασχολούνται μέ τήν διοίκηση τής Εκκλησίας γνωρίζουν ότι οι ανάγκες της είναι μεγάλες γιά νά λειτουργήσουν τά Γραφεία, νά είναι ανοικτοί οι Ιεροί Ναοί καί νά συντηρούνται, μερικοί από τούς οποίους είναι μνημεία πολιτισμού καί θά δαπανούσε τό Κράτος μεγάλα χρηματικά ποσά γιά νά τούς συντηρήση. Επίσης τό φιλανθρωπικό έργο τής Εκκλησίας είναι τεράστιο, αφού λειτουργούν γύρω στίς 200 Μονάδες προνοιακού χαρακτήρος καί γενικά πάνω από χίλια Ιδρύματα, όπως φαίνεται στό βιβλίο «Η μαρτυρία τής αγάπης» πού εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας, καί επομένως η Εκκλησία είναι ο μεγαλύτερος φιλανθρωπικός φορέας στήν Χώρα μας.
Βέβαια, η εκκλησιαστική περιουσία προέρχεται από τά μέλη της καί πρέπει νά προσφέρεται στόν λαό-πλήρωμά της γιά τήν θεραπεία τών διαφόρων κοινωνικών πληγών. Αυτό εξασκείται στίς περισσότερες περιπτώσεις μέ υπευθυνότητα. Επίσης, τό μεγαλύτερο μέρος τής περιουσίας τής Εκκλησίας έχει διατεθή στήν κοινωνία. Αρκεί νά σκεφθή κανείς ότι όλα τά μεγάλα Ιδρύματα τής Αθήνας (Ακαδημία, Πολυτεχνείο, Μαράσλειος Ακαδημίας, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη κλπ.) αλλά καί πολλά Νοσοκομεία (Ευαγγελισμός, Αρεταίειον, Παίδων, Συγγρού, Λαϊκό, Γ. Γεννηματάς, κλπ) έχουν ανοικοδομηθή σέ χώρους πού παρεχώρησαν οι Ιερές Μονές, ιδιαιτέρως η Ιερά Μονή Πετράκη, καί όποιος είναι καλοπροαίρετος μπορεί νά τό διαπιστώση διαβάζοντας σχετικά κείμενα καί καταλόγους μέ τέτοιες κοινωνικές προσφορές.
Όμως μιά σημαντική παράμετρος τού θέματος είναι τό πώς αποκτά καί αυξάνει η Εκκλησία τήν περιουσία, πώς τήν διαχειρίζεται καί πώς τήν χρησιμοποιεί. Όπως σέ όλα τά θέματα έτσι καί σέ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ο τρόπος κτήσης καί χρήσης καί χωρίς αυτόν τά πάντα απαξιώνονται.
Μερικές φορές αυτό τό πώς δείχνει τήν απληστία διαφόρων Κληρικών, τήν νεοπλουτίστικη νοοτροπία τους, τά πάθη τής φιλαργυρίας καί τής φιλοκτημοσύνης, τήν καπιταλιστική διάθεση, τήν πολυτέλεια κλπ. Ο Max Weber στό περίφημο έργο του «Η προτεσταντική ηθική καί τό πνεύμα τού καπιταλισμού» έδειξε ότι ο ευσεβιστικός ατομισμός, ο προτεσταντικός ασκητισμός καί τό καθήκον γιά τό επάγγελμα, γενικότερα η ηθική τού Προτεσταντισμού γέννησε τό «πνεύμα» τού Καπιταλισμού πού είναι προϊόν τής ορθολογιστικής οργάνωσης τής επιχείρησης, καθώς επίσης είναι δημιούργημα τών συμβουλών πού δόθηκαν από πουριτανούς ηγέτες «νά θεωρήσουν ότι ο χρόνος είναι χρήμα», «ότι η πίστωση είναι χρήμα», ότι «η περιουσία είναι ευλογία Θεού» κλπ. Έγινε μεγάλη συζήτηση γιά τήν ανάλυση πού έκανε ο Max Weber, αλλά ο προβληματσμός παραμένει ότι ο Καπιταλισμός έχει μιά μεταφυσική κατοχύρωση.
Μπορεί προσωπικά νά φαίνομαι καθυστερημένος, αλλά δέν μπορώ νά κατανοήσω Ορθοδόξους Κληρικούς νά ασχολούνται μέ εμπορικές επιχειρήσεις, μέ μετοχές στό Χρηματιστήριο, μέ συσσώρευση πλούτου, μέ αγώνες γιά μιά «ρατσιοναλιστική λογική» τού χρήματος, μέ εμπορικές εταιρείες κλπ. πού αποβλέπουν σέ μιά κοινωνική εξουσία καί δύναμη. Σέ μιά τέτοια περίπτωση τό Κράτος πρέπει νά θεωρή τούς Κληρικούς αυτούς ως εμπόρους καί νά τούς μεταχειρίζεται ανάλογα. Δέν είναι δυνατόν νά σέβεται κανείς τήν Εκκλησία καί ο σεβασμός αυτός νά επεκτείνεται καί σέ Κληρικούς πού διακρίνονται από τέτοιου είδους ακατανόητες, ακτιβιστικές καί ανορθόδοξες δραστηριότητες.
Εάν κανείς εξετάση τήν σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή στήν Ελλάδα θά διαπιστώση ότι υπάρχουν πλούσιες Μητροπόλεις, Ενορίες, Μονές από τίς οποίες άλλες κάνουν φιλανθρωπικό έργο καί άλλες κατασπαταλούν τό χρήμα καί τίς προσφορές τών πιστών, αλλά υπάρχουν καί πτωχές Μητροπόλεις, Ενορίες καί Μονές πού δέν μπορούν νά ανταποκριθούν στά βασικά λειτουργικά καί φιλανθρωπικά έξοδά τους. Υπάρχουν δέ Μητροπολίτες πού καταθέτουν μέρος τού μισθού τους στό ταμείο τών Ιερών Μητροπόλεών τους γιά νά επιτελέσουν στοιχειωδώς τό έργο τους. Γι' αυτό δέν μπορεί νά γίνονται γενικεύσεις καί απλοποιήσεις, οι οποίες είναι αποσπασματικές καί επικίνδυνες. Ακόμη, είναι άδικο νά επιβληθή βαρύτατη φορολογία σέ Ιερούς Ναούς τής Επαρχίας, γιά τούς οποίους καταβάλλεται μεγάλος αγώνας γιά νά λειτουργήσουν καί νά συντηρηθούν, αλλά καί σέ Μονές πού ζούν από τήν προσωπική εργασία τών μοναχών, τό «εργόχειρό» τους, επειδή μερικές άλλες Μονές έχουν ιδρύσει εμπορικές Εταιρείες.
Ο Ντοστογιέφσκι στούς «Αδελφούς Καραμάζοφ» καί μάλιστα στό μονόλογο τού Ιεροεξεταστή ανέλυσε ανάγλυφα καί τραγικά τούς τρείς πειρασμούς τού Χριστού καί τής Δυτικής Εκκλησίας, πού είναι η αγάπη γιά τόν πλούτο, τήν δόξα καί τήν εξουσία, καί έδειξε ότι ο Χριστός νίκησε τούς πειρασμούς αυτούς, ενώ η Δυτική Εκκλησία υπέκυψε σέ αυτούς. Τό ερώτημα πού έθεσε ο Ιεροεξεταστής στόν Χριστό είναι: «ευτυχία ή ελευθερία» καί έδωσε προτεραιότητα στήν ευτυχία τών ανθρώπων σέ βάρος τής ελευθερίας τους. Εντελώς κυνικά είπε στόν Χριστό ότι η Εκκλησία (η Δυτική) διόρθωσε τό δικό Του έργο καί κατά τρόπο ανάλγητο τού είπε: «Γιατί ήλθες λοιπόν τώρα νά μάς ενοχλήσης;». «Δίκασέ μας άν μπορείς καί άν τολμάς». «Μάθε πώς δέν σέ φοβάμαι».
Σκέπτομαι: Μήπως καί μερικοί ορθόδοξοι Κληρικοί σήμερα έχουν τήν αίσθηση ότι διορθώνουν μέ τίς πράξεις τους τό έργο τού Χριστού καί μάλιστα θεωρούν τόν Χριστό «ενοχλητικό» καί «επιζήμιο» γι' αυτούς καί δέν Τόν φοβούνται, γιατί απέκτησαν εξουσία καί χρήμα πού Εκείνος αποποιήθηκε;

Αποτέφρωση τών σωμάτων Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Δημοσιεύθηκε στήν Εφημερίδα «Εμπρός» Ναυπάκτου, 14-11-2008)


Σέ μιά πλουραλιστική καί πολυπολιτισμική κοινωνία τίθενται θέματα γιά τά οποία τίς παλαιότερες εποχές θά ήταν αδιανόητη η συζήτηση. Ένα από αυτά τά θέματα είναι καί η λεγόμενη καύση τών νεκρών, γιά τήν οποία γίνεται πολύς λόγος στίς ημέρες μας. Ήδη θεσπίσθηκε ο νόμος πού τήν επιτρέπει, μέ προϋποθέσεις, καθώς επίσης υπάρχει καί σχετική απόφαση τού Συμβουλίου τής Επικρατείας.
Σέ πανελλαδική Ημερίδα πού έγινε στήν Λάρισα, στήν οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι τών κομμάτων, νομικοί, ιατροδικαστές κλπ. μού δόθηκε η ευκαιρία νά αναπτύξω διεξοδικά τίς θέσεις τής Εκκλησίας πάνω στό θέμα αυτό. Εδώ πολύ συνοπτικά θά ήθελα νά καταγράψω μερικά απαραίτητα διευκρινιστικά σημεία.

1. Τρόπος αποτέφρωσης

Κακώς γίνεται λόγος γιά καύση τών νεκρών, ενώ στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά αποτέφρωση τών σωμάτων. Μεταξύ καύσεως καί αποτεφρώσεως υπάρχει μεγάλη διαφορά. Άλλο η καύση τού σώματος, πού μπορεί νά γίνη μέ μιά πυρκαγιά, καί άλλο η αποτέφρωση τού σώματος πού γίνεται μέ τεχνητό τρόπο. Αυτό λέγεται από τήν άποψη ότι, όπως είναι γνωστόν, ο βιολογικός οργανισμός τού ανθρώπου αποτελείται από οργανικά στοιχεία, τά οποία αποσυντίθεται καί μέ φυσικό τρόπο, αφού η αποσύνθεση τού σώματος είναι μιά βραδεία καύση, αλλά αποτελείται καί από ανόργανα στοιχεία, όπως είναι τά κόκκαλα, τά οποία καίγονται σέ υψηλές θερμοκρασίες.
Έτσι, γιά τήν αποτέφρωση τών σωμάτων κατασκευάζονται ειδικοί κλίβανοι-φούρνοι-κρεματόρια, μέσα στά οποία προκαλούνται ειδικές θερμοκρασίες μεταξύ 760 – 1150 Cο, καί η διαδικασία κρατά 3-5 ώρες. Επειδή, όμως, δέν αποτεφρώνονται όλα τά στοιχεία τού σώματος, γι' αυτό καί υπάρχει ειδικό μηχάνημα πού τά αλέθει. Επίσης, πρίν τό σώμα τεθεί στόν κλίβανο-κρεματόριο, αφαιρούνται όλα τά ξένα στοιχεία, όπως βηματοδότες, μεταλλικές βαλβίδες, αρθροπλαστικές, καλώδια, κλπ. Γι' αυτό καί η Διεθνής Ένωση γιά Κηδείες καί Αποτεφρώσεως εξέδωσε κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά μέ τό πώς θά γίνεται η αποτέφρωση.

2. Έξοδα, μόλυνση περιβάλλοντος

Μερικοί υπέρμαχοι τής αποτεφρώσεως τών σωμάτων κάνουν λόγο γιά τήν εξοικονόμηση χρημάτων σέ σχέση μέ τίς κηδείες, καθώς επίσης γιά τήν μή μόλυνση τού περιβάλλοντος πού γίνεται μέ τόν ενταφιασμό τών σωμάτων. Όμως καί τά δύο αυτά θέματα έχουν τήν απάντησή τους.
Η αποτέφρωση τών σωμάτων στούς κλιβάνους πού θά δημιουργηθούν, μέ τίς ειδικές προϋποθέσεις πού προβλέπει ο νόμος, δέν είναι ανέξοδη, μάλλον δέ θά απαιτούνται καί μεγάλα χρηματικά ποσά. Μέ τήν ευκαιρία αυτή θά ήθελα νά επισημάνω ότι θά πρέπει όλοι νά περιορίσουμε τά έξοδα γιά τίς κηδείες, πού τά περισσότερα εκφράζουν ματαιοδοξία καί τίποτε περισσότερο.
Ακόμη, η άποψη ότι ο ενταφιασμός τών σωμάτων μολύνει τό περιβάλλον, ενώ η αποτέφρωση δέν τό επιβαρύνει, δέν είναι σωστή. Έχει διαπιστωθή ότι μέ τήν αποτέφρωση στούς ειδικούς κλιβάνους απελευθερώνονται χημικές ουσίες, όπως μόλυβδος, υδράργυρος, διοξίνες καί φουράνια, μονοξείδιο τού άνθρακα, οξείδιο τού αζώτου, διοξείδιο τού θείου κλπ. Μερικές δέ από αυτές βρίσκονται σέ επιτρεπτά όρια, άλλες δέ υπερβαίνουν τά όρια. Από έρευνες έχει διαπιστωθή ότι οι «ρύποι» αυξάνουν όσο αυξάνεται η θερμοκρασία τής αποτέφρωσης. Μάλιστα δέ τό κύριο πρόβλημα είναι μέ τόν υδράργυρο πού προέρχεται κυρίως από τό αμάγαλμα στά σφραγίσματα τών δοντιών. Επίσης, μόλυνση τού περιβάλλοντος γίνεται καί από τά καύσιμα πού χρησιμοποιούνται γιά τήν αποτέφρωση καί ίσως από τά υλικά στά κιβώτια πού καίγονται. Βεβαίως, πρέπει νά προστεθή ότι η αποτέφρωση απαιτεί σημαντική κατανάλωση καυσίμων γιά τήν λειτουργία τών κλιβάνων.
Έτσι η αποτέφρωση δέν είναι ανέξοδος καί ακίνδυνη γιά τό περιβάλλον.

3. Η διδασκαλία τής Εκκλησίας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία γιά είκοσι αιώνες ακολουθεί τήν παράδοση τής ταφής τών σωμάτων από σεβασμό στό ανθρώπινο σώμα. Όμως, σέβεται καί τήν ελευθερία εκείνων πού επιθυμούν τήν αποτέφρωση, γιά λόγους συνειδήσεως. Φυσικά, καί όσοι επιλέγουν τήν αποτέφρωση θά πρέπει νά σέβονται καί τήν δογματική διδασκαλία τής Εκκλησίας καί θά αντιλαμβάνονται τήν δυσκολία της νά κηδεύη ανθρώπους, οι οποίοι γιά δικούς τους λόγους δέν πιστεύουν στήν αξία τού ανθρωπίνου σώματος, ούτε στήν ύπαρξη τής ψυχής μετά τόν θάνατο, ούτε στήν ανάσταση τού σώματος, ούτε στήν ύπαρξη τού Θεού.
Εδώ πρέπει νά σημειωθή ότι η νομική θέσπιση τής καύσεως τών νεκρών δέν τίθεται μέσα στήν διαδικασία τού λεγομένου χωρισμού Εκκλησίας – Πολιτείας, όπως νομίζουν μερικοί. Είναι γνωστόν ότι η σχέση τής Εκκλησίας μέ τήν Πολιτεία τίθεται στό άρθρο 3 τού Συντάγματος. Όμως, διάφορα προσωπικά καί κοινωνικά θέματα, όπως καί εκείνα πού σχετίζονται μέ τήν ελευθερία τής θρησκευτικής καί άλλης συνειδήσεως, καθορίζονται από τό άρθρο 13 τού Συντάγματος, τό οποίο υπέρκειται τού 3ου άρθρου. Έτσι, η Πολιτεία δέν εμποδίζεται νά λαμβάνη αποφάσεις σεβόμενη τήν ελευθερία τής συνειδήσεως τών πολιτών της, όταν αυτή η ελευθερία δέν καταργεί τήν ενότητα καί τήν οντολογία τής Πολιτείας.
Πάντως, η Ιεραρχία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος έχει αποφασίσει σέ επόμενη Συνεδρίασή της νά συζητήση τό θέμα καί νά αποφασίση σχετικά μέ τό ποιά στάση θά τηρήση ως πρός τό εάν θά τελή τήν εξόδιο ακολουθία στούς ανθρώπους εκείνους οι οποίοι από δικούς τους λόγους επιλέγουν τήν αποτέφρωση τών σωμάτων τους. Ενημερωτικά αναφέρω ότι οι Εβραίοι καί οι Ισλαμιστές δέν επιτρέπουν τήν αποτέφρωση, η Καθολική Εκκλησία δέν απαγορεύει τήν αποτέφρωση γιά τά μέλη της, εκτός καί άν επιλέχθηκε γιά λόγους πού είναι αντίθετοι μέ τήν διδασκαλία της, οι Λουθηρανοί, Αγγλικανοί καί άλλοι Προτεστάντες τήν επιτρέπουν.

4. Η ψυχολογική αντιμετώπιση τού θέματος

Δέν πρέπει νά παραθεωρήσουμε καί τήν ψυχολογική διάσταση τού θέματος. Οι σύγχρονοι ψυχαναλυτές υποστηρίζουν, ύστερα από κλινικές μελέτες, ότι τό πένθος τού ανθρώπου από τόν θάνατο ενός αγαπητού τους προσώπου είναι μιά υπαρξιακή κατάσταση πού τραυματίζει τήν ανθρώπινη ύπαρξη. Η διαδικασία ωριμάνσεως καί θεραπείας τού πένθους περνά από πολλά στάδια καί σέ αυτό παίζουν ρόλο, όχι μόνον η προσωπικότητα τού ανθρώπου καί η παιδεία του, αλλά καί η θέα καί η ταφή τού σώματος τού νεκρού, τό κλάμα καί τά μοιρολόγια, η τελετή τής κηδείας πού έχει μεγάλη θεραπευτική αξία από ψυχολογικής πλευράς, ο ενταφιασμός τού σώματος καί οι επισκέψεις στό μνήμα. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από όλες αυτές τίς διαδικασίες, τότε παραμένει αθεράπευτος ως πρός τό πένθος καί δημιουργούνται διάφορα ψυχολογικά καί ψυχιατρικά προβλήματα.
Επίσης, οι σύγχρονοι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι ένας από τούς λόγους πού ο άνθρωπος επιθυμεί τήν αποτέφρωση τού σώματός του είναι καί η υποσυνείδητη οργή εναντίον τών ανθρώπων πού είναι κοντά του καί εναντίον τής κοινωνίας καί μέ τόν τρόπον αυτόν εκφράζει τήν ατομική, υπαρξιακή μοναξιά του.
Γενικά, οι απαιτήσεις τών συγχρόνων ανθρώπων πρέπει νά εξετάζονται από πολλές πλευρές καί νά γίνεται ενδελεχής ανάπτυξη από κοινωνιολογικής, ψυχολογικής, οικολογικής καί υπαρξιακής απόψεως. Δέν μού αρέσουν ούτε τά συνθήματα, ούτε οι βερμπαλισμοί ούτε καί οι φανατισμοί. Τά θέματα πρέπει νά μελετώνται μέ ψυχραιμία καί νηφαλιότητα καί τελικά μέ σεβασμό αφ' ενός μέν στήν ελευθερία τής συνείδησης τού καθενός, αφ' ετέρου δέ στήν θεολογία τής Εκκλησίας. Ούτε η συνείδηση τού ανθρώπου πρέπει νά παραβιάζεται, αλλ' ούτε καί η Εκκλησία νά εκκοσμικεύεται.

Οι νεανικές και εφηβικές εκρήξεις Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής», 21-12-2008)



Οι πρόσφατες εκρήξεις των δεκαπεντάρηδων, όπως τις αποκάλεσαν, τρόμαξαν πολλούς και προσπάθησαν να τις αναλύσουν. Κάθε γεγονός επιδέχεται μια ανάλυση, ιδίως τα γεγονότα εκείνα που δημιούργησαν μεγάλη κοινωνική αναστάτωση. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι κατά τις αναλύσεις η «χαϊδεύουν τα αυτιά» των νέων η προσπαθούν σε αυτές να βάλη ο καθένας την δική του θεωρία, ιδεολογική, φιλοσοφική, κοινωνική, πολιτική.
Το πρόβλημα, όμως, των κοινωνικών εκρήξεων των νέων και των εφήβων έχει ερμηνευθή σωστά, νηφάλια και αυθεντικά, κατά το δυνατόν, από διαφόρους επιστήμονας (παιδαγωγούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους) και είναι συνάρτηση τόσο της ηλικίας τους όσο και των κοινωνικών συνθηκών στις οποίες μεγαλώνουν.
Γνωρίζουμε από την ψυχολογία ότι ο έφηβος με τις ενέργειές του προσπαθεί να αποκτήση ταυτότητα του χώρου και του χρόνου, να αποκτήση την δική του προσωπικότητα. Από την «κλειστή» ομάδα στην οποία ζη ως παιδί, μετά την γέννησή του, όπου δεν έχει δική του προσωπική ελευθερία, πασχίζει να ανεξαρτητοποιηθή, να αποκτήση την προσωπική του ταυτότητα στον χώρο και τον χρόνο, και αυτό γίνεται με διάφορες επανασταστικές εκρήξεις. Πρόκειται, δηλαδή, για μια φυσιολογική διαδικασία ολοκληρώσεως της προσωπικότητας, αφού από την υποταγή του στην οικογενειακή και κοινωνική ομάδα, που λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο κολεκτιβιστικά, πρέπει να φθάση στην ελευθερία του προσώπου. Αυτή η μετάβαση γίνεται με συγκρούσεις, επαναστάσεις, κάποτε αιματηρές, ανάλογα με τις συνθήκες κάθε εποχής.
Ο Κόνραντ Λόρεντς, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ, κάνει λόγο για την λεγομένη «φυσιολογική νεοφιλία» και με τον όρο αυτό εννοεί ότι ο νέος προσπαθεί να αποσπασθή από κάθε τι το παραδοσιακό, το οποίο του είναι ενοχλητικό, και συγχρόνως επιδιώκει να προσλάβη κάθε τι καινούριο, που του φαίνεται ελκυστικό. Όταν όμως ενηλικιώνεται, αποκτά την «καθυστερημένη υπακοή», δηλαδή αποδέχεται την παράδοση και τις πολιτισμικές αξίες μιας κοινωνίας.
Το πρόβλημα, κατά τον Λόρεντς, δεν είναι αυτή η διαδικασία, που ούτως η άλλως είναι φυσιολογική και όλοι την περνούν, αλλά αφ' ενός μεν η εμμονή κάποιου νέου στην παιδικότητα για πολύ χρόνο, χωρίς να αναπτυχθή μέσα του η «φυσιολογική νεοφιλία» στην εφηβεία του, αφ' ετέρου δε η εμμονή στην «νεοφιλία» για πολύ χρόνο, αν και μεγαλώνη ηλικιακά και η μη απόσπαση από παιδικές και εφηβικές νοοτροπίες, δηλαδή η παρατεταμένη εφηβεία. Και στις δύο περιπτώσεις εκδηλώνεται μια ψυχολογική ανωριμότητα. Έτσι, προβληματισμό δημιουργεί τόσο το ανώριμο παιδί, που δεν απογαλακτίζεται, όσο και ο «παιδισμός» των μεγάλων, οι οποίοι, εκτός των άλλων, εκμεταλλεύονται αυτήν την ψυχολογική διαδικασία ωριμάνσεως του παιδιού, για πολιτικούς και κομματικούς σκοπούς.
Πέρα από αυτές τις αναλύσεις πρέπει να δη κανείς το φαινόμενο των εκρήξεων μέσα από δύο σημαντικές παραμέτρους.
Η μία είναι η νοοτροπία των ουτοπικών ιδεολογικών συστημάτων. Η λέξη ουτοπία -«ου τόπος»- σημαίνει μια ανεφάρμοστη κοινωνική ιδεολογία. Ο όρος αυτός προήλθε από τον Τόμας Μουρ με το έργο του «Ουτοπία», που αναφέρεται σε μια ιδανική πολιτεία, η οποία είναι απομακρυσμένη σε ένα νησί και είναι οργανωμένη με σοσιαλιστικό τρόπο. Ποτέ, όμως, δεν υπήρξε μια τέτοια ιδανική και τέλεια κοινωνία, γι’ αυτό και γίνεται λόγος για ουτοπικό όνειρο. Αυτό μας θυμίζει τις ουτοπικές ιδέες του Πλάτωνα, όπως εκφράζονται στην «Πολιτεία» του. Βέβαια, ο Μαρξ σε αυτόν τον ηθικό σοσιαλισμό της ουτοπίας του Μουρ αντέταξε τον επιστημονικό σοσιαλισμό, που αναφέρεται στον κοινωνικό μετασχηματισμό μέσα από συγκεκριμένους ιστορικούς και κοινωνικούς όρους. Πρέπει, όμως, να παρατηρηθή ότι πολλές τέτοιες ουτοπίες, μερικές φορές, συνδέονται και με ολοκληρωτισμούς που αυτοδιαλύονται.
Η άλλη παράμετρος είναι ότι οι αδικίες που επικρατούν στις κοινωνίες βασανίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο και την ελευθερία του, και το εξαναγκάζουν να επαναστατή, γιατί κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο «το βία υποταττόμενον στασιάζει καιρού λαβόμενον». Οπότε, οι ηλικιωμένοι αντί να ερεθίζουν την νεοφιλία των νέων, για δικούς τους λόγους, αφού πιστεύω ότι εν πολλοίς τέτοια επαναστατικά κινήματα είναι καθοδηγούμενα, θα πρέπει να φροντίσουν να οργανώνουν την κοινωνία πιο δίκαια και δημοκρατικά.
Φυσικά, το ότι η κοινωνία είναι άδικη δεν σημαίνει ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να την ανατρέπη χωρίς να ανοικοδομή προηγουμένως κάτι το θετικό η τουλάχιστον χωρίς να διατυπώνη θετικές προτάσεις. Επίσης, δεν επιτρέπεται στον καθένα να καταστρέφη τον κοινωνικό ιστό και την προσωπική ελευθερία του άλλου, ούτε ακόμη να αφανίζη τις περιουσίες των τρίτων. Μάλιστα, και στο σημείο αυτό ο Λόρεντς έχει παρατηρήσει ότι το να επαναστατούν οι νέοι εναντίον του κοινωνικού καθεστώτος και των γονέων τους, αλλά παράλληλα «να έχουν την απαίτηση να συντηρούνται από την ίδια αυτή κοινωνία και από τους γονείς τους» είναι μια απερίσκεπτη παιδαριώδης συμπεριφορά.
Κατά την εκκλησιαστική μας παράδοση η κοινωνική αδικία είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών παθών τα οποία πάθη αναπτύχθηκαν στην λεγόμενη μεταπτωτική κοινωνία. Σε μια τέτοια κοινωνία στην οποία επικρατεί η αδικία, το συμφέρον, η ιδιοτέλεια, η συσσώρευση πλούτου από τους λίγους σε βάρος των πολλών κλπ. πρέπει να υπάρχουν δίκαιοι νόμοι, ολοκληρωμένη παιδεία, ώριμοι κοινωνικοί και πνευματικοί θεσμοί για να φέρουν την κοινωνική ισορροπία. Για να εκφρασθώ κατά τον Μαξ Βέμπερ, η νόμιμη εξουσία πρέπει να συνδυασθή με την παραδοσιακή και χαρισματική εξουσία για να λειτουργή σωστά.
Βέβαια, επειδή το θέμα ξεκινά από το πάθος της φιλαυτίας, που είναι η μεγαλύτερη αρρώστια της εποχής μας, όλα τα ανθρώπινα μέσα διόρθωσης είναι ανεπαρκή, εάν ο άνθρωπος δεν αναγεννηθή πνευματικά και εάν δεν αποκτήση εσωτερική πληρότητα. Γι' αυτό από τα Κόμματα γίνεται συνεχής λόγος για αλλαγή, κάθαρση, εκσυγχρονισμό, επανίδρυση του Κράτους, μεταρρυθμίσεις και όλα διαψεύδονται στην πράξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το όραμα της τέλειας κοινωνίας ομοιάζει ως μια ουτοπική ιδεολογία που πάντοτε αναζητάται και συνεχώς οδηγεί στην απογοήτευση.
Συνεπώς, το άρρωστο πρόσωπο αρρωσταίνει την κοινωνία και τους θεσμούς, ενώ το ολοκληρωμένο πρόσωπο, δίνει νόημα στον θεσμό, την κοινωνία και την ζωή, κρατά την κοινωνία σε μια ισορροπία, στην οποία ούτε εν ονόματι του συνόλου καταργείται η ελευθερία του προσώπου, όπως συμβαίνει στην δικτατορία, ούτε εν ονόματι της ελευθερίας του ατόμου καταργείται το κοινωνικό σύνολο, κατά την πρακτική της αναρχίας.
Συμπερασματικά, οι νεανικές και εφηβικές εκρήξεις είναι σε κάποιον βαθμό προβλεπόμενες, αλλά απαιτούνται υγιείς και δίκαιοι θεσμοί, αλλά και ολοκληρωμένη παιδεία για να επιφέρη την κοινωνική εξισορρόπηση και να ικανοποιή τα όνειρα των νέων, αποβάλλοντας τις αβεβαιότητες του μέλλοντος.