Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Χωρισμός ἤ σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας; Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέο


Πολλές φορές, με άρθρα και διάφορες παρεμβάσεις, έχω υποστηρίξει την άποψη ότι περισσότερο πρέπει να γίνεται λόγος για σχέσεις μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης παρά για χωρισμό μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.
Με το κείμενό μου αυτό θα ήθελα να παραθέσω μερικά επιπρόσθετα στοιχεία για διελεύκανση του θέματος, μέσα στα μικρά πλαίσια ενός άρθρου.
1. Είναι γνωστόν ότι το Βατικανό είναι Κράτος και λειτουργεί με αυτές τις προϋποθέσεις και κινείται ανεξάρτητα από το Κράτος της Ιταλίας. Παρά ταύτα έχει κάποια σχέση με αυτό. Έτσι, το ιταλικό Σύνταγμα του 1948 στο άθρο 7 διαλαμβάνει ότι «η Πολιτεία και η Καθολική Εκκλησία, κάθε μια στο δικό της χώρο, είναι ανεξάρτητες και κυρίαρχες. Οι σχέσεις μεταξύ τους ρυθμίζονται από τις συνθήκες του Λατερανού». Στην περίπτωση αυτή παρά το ότι το Βατικανό είναι ανεξάρτητο Κράτος, εν τούτοις γίνεται λόγος για σχέσεις και όχι για χωρισμό. Και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου συνεργάζονται πολλά Κράτη δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για χωρισμό των Κρατών μεταξύ τους, αλλά για σχέσεις. Παντού στον κόσμο δεν μιλούν για χωρισμό μεταξύ των κοινωνιών, αλλά για πλέγμα σχέσεων μεταξύ τους. Αλλά και όλα τα Σωματεία και οι Σύλλογοι σε ένα Κράτος έχουν κάποια σχέση με αυτό και κανένα δεν είναι αυτόνομο και χωρισμένο. Πως, λοιπόν, θα γίνη χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα; Αυτό που μπορεί να γίνη είναι μια καλύτερη οριοθέτηση των σχέσεων μεταξύ πολιτικής και εκκλησιαστικής διοίκησης και όχι χωρισμός.
2. Το εν ισχύι Σύνταγμα της Ελλάδος, στο άρθρο 3, καθορίζει αυτήν την διακριτότητα των ρόλων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης. Εκεί λέγεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος έχει κεφαλή της τον Χριστό, είναι ενωμένη δογματικώς με την Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και με όλες τις άλλες Ομόδοξες Εκκλησίες, τηρεί τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, είναι αυτοκέφαλη και διοικείται από την Ιερά Σύνοδο, η οποία συγκροτείται βάσει του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξης του 1928. Σε αυτό το κείμενο δεν βλέπω πουθενά την ταύτιση σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, αντίθετα μάλιστα βλέπω την διακριτότητα των ρόλων τους. Οπότε, πως μπορούμε να κάνουμε λόγο για χωρισμό;
Εκείνο που μπορεί να διευκρινισθή και ενδεχομένως να τροποποιηθή είναι το άρθρο 72 του Συντάγματος που προβλέπει την ψήφιση από την ολομέλεια της Βουλής νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων για την λειτουργία της εκκλησιαστικής διοίκησης. Αλλά και αυτό αν μείνη θα πρέπη τα νομοσχέδια που θα ψηφίζονται να σέβονται τα άρθρα 3 και 13 του Συντάγματος και να διατηρούν την Εκκλησία ελεύθερη από πολιτικές και κρατικές παρεμβάσεις, ως προς το δόγμα, την λατρεία και την εσωτερική της διοίκηση. Είναι γνωστόν, όμως, ότι και αυτό δόθηκε πολλές φορές ευκαιρία να γίνη, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε από την ίδια την Πολιτεία. Αυτό δημιουργεί πολλά ερωτηματικά κατά πόσον η Πολιτεία επιθυμεί τελικά την πλήρη ελευθερία της Εκκλησίας.
3. Το άρθρο 3 του Συντάγματος ουσιαστικά εγγυάται την θρησκευτική ελευθερία της Εκκλησίας και δεν δεσμεύει την θρησκευτική ελευθερία κανενός άλλου θρησκεύματος η θρησκευτικής Ομολογίας. Επίσης, το άρθρο 13 του Συντάγματος, που διαλαμβάνει τα περί σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας δεν υπονομεύεται από το άρθρο 3, αλλά μάλλον υπέρκειται αυτού. Αυτό σημαίνει ότι και αν ακόμη καταργηθή το άρθρο 3 και τότε η ελευθερία της Ορθόδοξης Εκκλησίας καλύπτεται από το άρθρο 13 του Συντάγματος. Αυτά τα θέματα τα έχει αντιμετωπίσει σημαντικά ο Καθηγητής και πρ. Υπουργός κ. Ευάγγελος Βενιζέλος στο βιβλίο του με τίτλο «Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας», το οποίο πρέπει να διαβαστή από όλους όσοι ενδιαφέρονται για το θέμα αυτό, ώστε να τεθή ως βάση για τις συζητήσεις σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.
Ακόμη, όσα λέγονται και γράφονται για την θέσπιση ιδιαίτερων κανονισμών και την ψήφιση νόμων για τον εκσυγχρονισμό της Πολιτείας και τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών, δεν τίθενται στο θέμα «χωρισμού Εκκλησίας και πολιτείας», αλλά συνδέονται με την εφαρμογή του άρθρου 13 του Συντάγματος περί ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως των πολιτών.
4. Η πρόσφατη συζήτηση για τον «χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας» γίνεται με αφορμή τα γεγονότα που συνδέονται με το Βατοπαίδι. Αλλά αυτό είναι ένα ισχυρό επιχείρημα εναντίον του λεγόμενου «χωρισμού». Το Άγιον Όρος ανήκει Εκκλησιαστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν έχει καμμιά εμπλοκή με το Κράτος σε θέματα εσωτερικής διοίκησης, όπως έχουν τα Εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα του Δημοσίου Δικαίου (μισθοί, γάμοι, βαπτίσεις, ορκωμοσίες, μάθημα θρησκευτικών κλπ.). Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε την εμφάνιση διαφόρων προβλημάτων, αφού δημιούργησε τριγμούς στο πολιτικό σύστημα. Επομένως, και αυτός ο λεγόμενος «χωρισμός», όπως τον εννοούν όσοι ομιλούν γι’ αυτόν, δεν θα εμποδίση μερικά Εκκλησιαστικά πρόσωπα να εμπλέκονται στις υποθέσεις της κοινωνίας και της Πολιτείας, να ομιλούν για κοινωνικά και πολιτικά πράγματα και να ασχολούνται με οικονομικά και εθνικά θέματα ως ελεύθεροι πολίτες που έχουν ίσα δικαιώματα με τους άλλους. Το Ελληνικό Κράτος θα πρέπει να σέβεται τις επιθυμίες της πλειοψηφίας των πολιτών του για θέματα παιδείας, οικογένειας, έκφρασης της θρησκευτικής συνειδήσεως, όπως και τα ανθρώπινα δικαιώματα της μειοψηφίας. Ας θυμηθούμε την επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας στην Ιταλία σε θέματα βιοηθικής, αφού δεν πέρασαν οι προτάσεις της Ιταλικής Κυβέρνησης. Πάντως αν η Εκκλησία αποδεσμευθή τελείως από το Κράτος, θα είναι πιο δυνατή και θα την υπολογίζουν όλοι, όπως συμβαίνει με την Εκκλησία της Κύπρου, που είναι ανεξάρτητη από το Κράτος και διαθέτει μεγάλη κοινωνική επιρροή και ασχολείται με εθνικά ζητήματα.
Τελικά, δεν μου αρέσουν τα συνθήματα που αποβλέπουν σε ιδεολογικούς σκοπούς και σε ποικίλες αντιπαραθέσεις. Αντίθετα, νομίζω, ότι μερικοί από αυτούς που κάνουν λόγο για «χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας», ενδεχομένως να έχουν στον νου τους τον χωρισμό «Εκκλησίας και Έθνους», και να επιδιώκουν έναν εκκλησιαστικό αποχρωματισμό του λαού, αγνοώντας ότι η Εκκλησία και η θρησκεία ενός λαού, είναι στοιχείο της ιδιαιτερότητας του πολιτισμού του, και κατά συνέπεια η αποθρησκειοποίηση ενός λαού συνεπάγεται και την πολιτιστική του αλλοτρίωση.
Αυτό, όμως, δεν μπορεί να επιτευχθή, γιατί στην Ελλάδα υφίσταται μια ιστορική συνέχεια του Έθνους-Γένους από τους αρχαίους προσωκρατικούς φιλοσόφους, τους κλασσικούς μεταφυσικούς, τους Πατέρας της Εκκλησίας και τους νεοέλληνες και καλλιεργήθηκε μια ολόκληρη ζωντανή παράδοση. Η πίστη του λαού δεν ξεριζώνεται από έξωθεν παρεμβάσεις. Πρέπει να μας διδάξουν τα γεγονότα που έγιναν στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που οι νυν κρατούντες επιστρέφουν Εκκλησιαστικές περιουσίες στην Εκκλησία και επιδιώκουν την βοήθειά της για την επίλυση διαφόρων κοινωνικών, ακόμη και εθνικών προβλημάτων, όπως γνωρίζω προσωπικά από την συμμετοχή μου σε διάφορα Συνέδρια στην Ρωσία, την Ρουμανία, την Βουλγαρία.
Επομένως, η φράση «χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας» δεν είναι σωστή, και γι’ αυτό, αν πρέπει να τεθούν τέτοια ζητήματα, θα πρέπει να γίνεται λόγος για «καλύτερη οριοθέτηση των σχέσεων μεταξύ εκκλησιαστικής και κρατικής η πολιτικής διοίκησης».–

Εκτελεστέα η απόφαση τού Αρείου Πάγου ως σύμφωνη μέ τούς ιερούς Κανόνες Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Τό πλήρες άρθρο, τό οποίο δημοσιεύθηκε στό Βήμα τής Κυριακής, 29-3-2009)


Η πρόσφατη απόφαση τού Αρείου Πάγου, μέ τήν οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως τής καταδικαστικής εφετειακής απόφασης τού Μητροπολίτου πρ. Αττικής κ. Παντελεήμονος, δημιούργησε σέ μερικούς έναν προβληματισμό κατά πόσον πρέπει η Εκκλησία νά τήν εφαρμόση. Διότι κατά τήν άποψη αυτή η Εκκλησία καθαιρεί τούς Κληρικούς της μέ τά Συνοδικά Δικαστήρια καί δέν πρέπει νά εφαρμόζη αποφάσεις τών πολιτικών Δικαστηρίων, διότι αυτό συνιστά εκκοσμίκευση τής εκκλησιαστικής ζωής.
Φυσικά τό θέμα αυτό είναι μεγάλο καί πρέπει νά εξετασθή από πολλές πλευρές. Μέ τό σύντομο αυτό άρθρο θά υπογραμμισθούν πολύ συνοπτικά μερικά σημεία, χωρίς νά διεκδικήται τό θέσφατο.

1. Εκκλησιαστικός νόμος

Τό άρθρο 160 τού νόμου 5383/1932 «Περί τών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων…» διαλαμβάνει ότι μιά αμετάκλητη απόφαση τού κοινού Ποινικού Δικαστηρίου προκαλεί «τήν υπό αρμοδίου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου καθαίρεσιν τού καταδικασθέντος άνευ ετέρας τινός διαδικασίας».
Τηρουμένων τών αναλογιών, εδώ ισχύει ό,τι καί γιά τήν πνευματική λύση τού γάμου, κατά τό άρθρο 50 τού Ν. 590/1977 «Περί τού Καταστατικού Χάρτου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος». Όταν ο Εισαγγελεύς αποστέλλη μέ έγγραφο τήν αμετάκλητη απόφαση τού Δικαστηρίου γιά τήν λύση τού γάμου, προβαίνουμε «υποχρεωτικώς εις τήν ακύρωσιν ή τήν λύσιν τούτου καί πνευματικώς», χωρίς άλλη διαδικασία, δηλαδή κάνουμε μιά διαπιστωτική πράξη.
Τό γεγονός είναι ότι ο νόμος 5383/32 είναι εκκλησιαστικός νόμος, γιά τόν οποίον η Ιερά Σύνοδος συνέπραξε πολλές φορές, ιδίως κατά τήν σύνταξη τού Καταστατικού Χάρτου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, τό 1977. Βεβαίως υπάρχουν ελλείψεις στόν νόμο αυτό, αλλά όταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εισηγήθηκε τήν αλλαγή τού νόμου καί τόν εκσυγχρονισμό του, πολλοί υποστήριζαν ότι «εξυπηρέτησε» τήν Εκκλησία κατά τήν διάρκεια τών 77 ετών. Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται βελτίωση.
Πάντως, επί τή βάσει τού νόμου αυτού δικάζουμε τούς Κληρικούς καί μοναχούς καί μέ τόν νόμο αυτόν συγκροτήθηκε πρόσφατα τό Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο πού εξέδωσε, μέ τόν τρόπο πού τό εξέδωσε, απαλλακτικό βούλευμα γιά τόν Μητροπολίτη πρ. Αττικής κ. Παντελεήμονα. Δέν θεωρώ ότι είναι λογικό νά δεχόμαστε σύνολο τόν εκκλησιαστικό νόμο καί νά τόν εφαρμόζουμε στήν πράξη γιά τούς άλλους βαθμούς τής ιερωσύνης, αλλά τό άρθρο πού αφορά τούς Μητροπολίτας νά τό θεωρούμε μή εφαρμοστέο. Δέν είναι δίκαιο νά καθαιρούνται Διάκονοι καί Πρεσβύτεροι, σύμφωνα μέ τόν νόμο αυτό, καί νά αμφισβητήται η κανονικότητά του όταν εκδικάζονται Αρχιερείς. Δέν μπορούν νά ισχύουν δύο μέτρα καί δύο σταθμά.

2. Τό παράπτωμα τής κλοπής, κατά τούς ιερούς Κανόνας

Τό Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, τού οποίου η απόφαση επικυρώθηκε από τόν Άρειο Πάγο, είναι μέν πολιτικό-κοσμικό Δικαστήριο, αλλά έκρινε, συνεκδοχικώς, παραπτώματα πού δικάζονται μέ καθαίρεση καί από τούς ιερούς Κανόνας.
Συγκεκριμένα, η μή σωστή διαχείριση τών οικονομικών θεμάτων από τούς Επισκόπους καί ιδίως η κλοπή χρημάτων καί πραγμάτων υπόκειται στούς ιερούς Κανόνας τής Εκκλησίας καί εκείνος πού διαπράττει τέτοιο ατόπημα καθαιρείται. Γιά παράδειγμα, ο κε' Αποστολικός Κανόνας διαλαμβάνει: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή διάκονος επί πορνεία ή επιορκεία ή κλοπή αλούς καθαιρείσθω καί μή αφοριζέσθω». Επίσης πολλοί ιεροί Κανόνες προσδιορίζουν παρόμοια ποινή στά ίδια θέματα, όπως ο κστ' τής Δ' Οικουμενικής Συνόδου, πού διαλαμβάνει: «υποκείσθω αυτόν τοίς θείοις κανόσιν», ο ιβ' τής Ζ' Οικουμενικής Συνόδου ότι «ο Επίσκοπος… ο τούτο ποιών, εκδιωχθήτω… τού επισκοπείου», ο κστ' τής Καρθαγένης, πού διαγορεύει: «αλλότριος τής οικείας τιμής» κλπ.
Η διαχείριση τών εκκλησιαστικών πραγμάτων πρέπει νά γίνεται «ως τού Θεού εφορώντος» καί δέν επιτρέπεται σέ κανέναν Επίσκοπο τό «σφετερίζεσθαι τι εξ αυτών», όπως αυτό διαλαμβάνεται σέ πολλούς ιερούς Κανόνας. Αυτό σημαίνει ότι η κακή διαχείριση τών οικονομικών πραγμάτων καί ο σφετερισμός τού εκκλησιαστικού χρήματος πού είναι «ιερό», γιατί δίδεται από τούς πιστούς Χριστιανούς καί πρέπει νά καταλήγη πάλι στούς πτωχούς Χριστιανούς, υπόκειται στίς κανονικές εκκλησιαστικές κυρώσεις.
Επομένως, δέν μπορούμε νά ισχυριζόμαστε ότι δέν πρέπει νά εφαρμόζουμε τίς αποφάσεις τών πολιτικών-κοσμικών Δικαστηρίων, όταν τό παράπτωμα αποδείχθηκε μέ τήν βάσανο τής εξετάσεως, καί τό οποίο τιμωρείται καί από τούς ιερούς Κανόνας. Πολλώ δέ μάλλον όταν η αντιμετώπιση τού θέματος από αρμόδια Συνοδικά Όργανα δέν έγινε μέ υπευθυνότητα καί σοβαρότητα. Η Εκκλησία θά έπρεπε καί από μόνη της νά κρίνη Κληρικούς πού καταδικάστηκαν από τά πολιτικά Δικαστήρια γιά ποινικά αδικήματα, όχι νά αναζητά τρόπους αθωώσεως.

3. Σεβασμός στούς νόμους

Όλοι είμαστε πολίτες αυτής τής Χώρας καί οφείλουμε νά τηρούμε τήν νομοθεσία τής Πολιτείας. Δέν είναι δίκαιο νά επικαλούμαστε τήν νομοθεσία, όταν είναι πρός τό συμφέρον μας καί νά τήν αρνούμαστε όταν δέν μάς συμφέρη. Η πρός Διόγνητον επιστολή τού 2ου αιώνος γράφει ότι οι Χριστιανοί «πείθονται τοίς ωρισμένοις νόμοις καί τοίς ιδίοις βίοις νικώσι τούς νόμους».
Ιδιαιτέρως εμείς οι Μητροπολίτες προκειμένου νά αναλάβουμε τήν διοίκηση τών Μητροπόλεών μας, δώσαμε διαβεβαίωση ενώπιον τού Προέδρου τής Δημοκρατίας ότι θά τηρούμε «υπακοή εις τό Σύνταγμα καί τούς Νόμους τού Κράτους». Πολλώ δέ μάλλον πού ο εν ισχύι νόμος περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων είναι εκκλησιαστικός καί εφαρμόζεται από τήν Εκκλησία γιά πολλά χρόνια.
Βεβαίως η διαβεβαίωση τών Αρχιερέων ενώπιον τού Προέδρου τής Δημοκρατίας καί μάλιστα γιά τήν εκπλήρωση τών αρχιερατικών καθηκόντων καί τήν τήρηση τών αποστολικών καί συνοδικών Κανόνων καί τής Ιεράς Παραδόσεως πρέπει σέ μιά σύγχρονη Πολιτεία νά αναθεωρηθή, αλλά στήν παρούσα περίπτωση όλοι οι Αρχιερείς, μηδέ καί τού Αρχιεπισκόπου εξαιρουμένου, τήν δώσαμε καί οφείλουμε νά τήν τηρήσουμε.
Η άποψη περί τού δεδικασμένου από πλευράς Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων δέν μπορεί νά σταθή καί από λογικής πλευράς, άν εξετάση κανείς πώς ελήφθη η συγκεκριμένη απόφαση καί ότι αμφισβητήθηκε ακόμη καί από τούς Αρχιερείς πού συμμετείχαν στό Συνοδικό αυτό όργανο.

4. Τό «δίκαιον τής κρίσεως»

Κάθε Κληρικός καί Επίσκοπος πού διαθέτει ένα στοιχειώδες εκκλησιαστικό φρόνημα λυπάται όταν φθάνη στό σημείο νά επιβάλη τήν ποινή τής καθαιρέσεως σέ έναν Κληρικό καί μάλιστα Επίσκοπο, αλλά είναι καί αυτό μέσα στά πλαίσια τής εκκλησιαστικής μας αρμοδιότητας. Τό «δίκαιον τών χειροτονιών» καί τό «δίκαιον τής κρίσεως» είναι αδιάσπαστα γνωρίσματα τών Επισκόπων πού συσκέπτονται καί συναποφασίζουν συνοδικώς.
Επομένως, θεωρώ ότι η απόφαση τού Αρείου Πάγου, γιά τούς λόγους πού ανέφερα συντόμως πιό πάνω, είναι εφαρμοστέα από τά Συνοδικά Δικαστήρια, είναι στήν πραγματικότητα απόφαση πού προβλέπεται καί από τούς ιερούς Κανόνας. Αντίθετα, η ποινή τής εκθρονίσεως, χωρίς ταυτόχρονη καθαίρεση, είναι αντικανονική, γιατί δέν προβλέπεται από τούς ιερούς Κανόνας.

Η Προφητεία της Αναστάσεως Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου ( Από την Πασχαλινή Εγκύκλιο του Σεβασμιωτάτου)


Η αναστάσιμη ατμόσφαιρα των ημερών αυτών προξενεί χαρά σε όλους μας, γιατί εορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού, ο Οποίος είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, αλλά και γιατί αποκτούμε την βεβαιότητα της δικής μας αναστάσεως. Είναι μια εορτή που αναφέρεται στον Χριστό, αλλά και σε μας τους ιδίους.
Ο Χριστός αναστήθηκε και μας έδωσε την ελπίδα της αναστάσεώς μας, πρώτα από τα πάθη μας, τα οποία είναι μια βίωση του θανάτου, και έπειτα από τον θάνατο του σώματός μας. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζη με τα πάθη της φιληδονίας, της φιλοδοξίας και της φιλαργυρίας, αλλ’ ούτε για να πεθαίνη. Στον Παράδεισο, πριν την πτώση, ο άνθρωπος ζούσε διαφορετικά από ο,τι ζη σήμερα, είχε πραγματική κοινωνία με τον Θεό, και με όλη την κτίση, και είχε την δυνατότητα να μείνη αθάνατος. Όμως, μετά την πτώση αναπτύχθηκαν στον άνθρωπο η ηδονή και η οδύνη, και ήλθε ο θάνατος μέσα στην ύπαρξή του. Έτσι, τώρα με την Ανάσταση του Χριστού αρχίζει μια νέα ζωή, ο άνθρωπος βιώνει την δική του ανάσταση από τα πάθη, ελευθερώνεται από την τυραννία της ηδονής και της οδύνης, αλλά αποκτά και την βεβαιότητα της μελλοντικής αναστάσεως του σώματός του.
Αυτό το βλέπουμε κατά τρόπο θαυμαστό σε μια προφητεία του Προφήτου Ιεζεκιήλ, η οποία διαβάζεται στους Ιερούς Ναούς την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, όταν επιστρέφουμε σε αυτούς μετά την περιφορά του Επιταφίου. Άλλωστε, την ημέρα αυτή ψάλλουμε τον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, τότε που ο Χριστός θριάμβευσε στον άδη και νίκησε τον θάνατο. Με την ανάγνωση της προφητείας αυτής η Εκκλησία θέλει να μας μεταγγίση την βεβαιότητα της νίκης του Χριστού πάνω στον θάνατο και να μας διαβεβαιώση για την δική μας ανάσταση.
Στο κείμενο αυτό φαίνεται ότι ο Προφήτης Ιεζεκιήλ με το Πνεύμα του Θεού βρέθηκε σε μια πεδιάδα που ήταν γεμάτη από ανθρώπινα ξηρά οστά, τα οποία δεν είχαν ζωή, δηλαδή σε μια πεδιάδα του θανάτου, της ερημώσεως, αλλά και της απογνώσεως. Ο Θεός ζήτησε από τον Προφήτη να ομιλήση στα νεκρά αυτά οστά και να τους απευθύνη λόγο Κυρίου. Αμέσως, μόλις ο Προφήτης κήρυξε τον λόγο του Θεού, που έχει ενέργεια, έγινε σεισμός, τα οστά πλησίασαν μεταξύ τους και συναρμολογήθησαν, σχηματίζοντας τα σώματα, ύστερα φύτρωσαν πάνω στα οστά νεύρα και σάρκες, οι οποίες καλύπτονταν από δέρμα, χωρίς όμως να υπάρξη ακόμη πνεύμα, δηλαδή ψυχή. Στην συνέχεια ο Θεός έδωσε εντολή στον Προφήτη Ιεζεκιήλ να ομιλήση εξ ονόματός Του στο Πνεύμα, ώστε εκείνο να έλθη και να φυσήση στα νεκρά σώματα για να αποκτήσουν ζωή. Ο Προφήτης ομίλησε και τότε «εισήλθεν εις αυτούς το πνεύμα, και έζησαν και έστησαν επί των ποδών αυτών, συναγωγή πολλή σφόδρα» (Ιεζ. κεφ. λζ’, 1-10).
Αυτό το προφητικό γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης εκφράζει την μελλοντική ανάσταση των νεκρών σωμάτων. Θα έλθη εποχή, όπως πιστεύουμε ως Χριστιανοί, κατά την οποία, με την δύναμη του Θεού, θα γίνη ανάσταση των σωμάτων, θα εισέλθουν μέσα σε αυτά οι ψυχές με την εντολή του Θεού, και θα είναι σώματα πνευματικά, ώστε ο άνθρωπος ολόκληρος, με ψυχή και σώμα, να ζήση στην Βασιλεία του Θεού και να έχη κοινωνία μαζί Του. Αυτό είπε στην συνέχεια ο Θεός στον Προφήτη Ιεζεκιήλ: «ιδού εγώ ανοίξω τα μνήματα υμών και ανάξω υμάς εκ των μνημάτων υμών και εισάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ». Και λέγει: «και δώσω πνεύμα μου εις υμάς, και ζήσεσθε, και θήσομαι υμάς επί την γην υμών, και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος» (Ιεζεκιήλ λζ , 12-14).
Όταν η ψυχή του ανθρώπου εξέρχεται από το σώμα του, τότε το σώμα πεθαίνει, είναι ξηρά οστά. Κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού οι ψυχές, με την προσταγή του Θεού, θα επανέλθουν στο σώμα για να αναστηθή ο άνθρωπος, αλλά εκείνοι που θα έχουν και το Άγιον Πνεύμα θα εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού.
Αυτή η πνευματική νεκρανάσταση γίνεται και στην ζωή αυτή, αφού μπορούμε να αποκτήσουμε την πείρα της πνευματικής αναστάσεως. Ο άνθρωπος χωρίς το Άγιον Πνεύμα είναι πνευματικά νεκρός και όταν ακούη λόγον Κυρίου ανασταίνεται πνευματικά, έρχεται μέσα στην ύπαρξή του η Χάρη του αναστάντος Χριστού και ζη πνευματικά, οπότε δεν απογοητεύεται από την αμαρτία, δεν φοβάται από τον θάνατο, και ζη την αναστημένη ζωή από τον παρόντα βίο.
Έτσι και σήμερα, ο κάθε Κληρικός, ως άλλος προφήτης, αισθάνεται ότι βρίσκεται σε μια πεδιάδα θανάτου, στην οποία ακούγεται η κραυγή του ανθρωπίνου πόνου και της κτίσεως ολοκλήρου, αφού στην τραγική αυτή πεδιάδα ζουν άνθρωποι, ωσάν οστά αποξηραμένα από την απελπισία, την απιστία, την μοναξιά, την τραγωδία, άνθρωποι χωρίς πνεύμα ζωής, χωρίς νόημα ύπαρξης και ζωής, χωρίς Άγιον Πνεύμα. Και εφ’ όσον ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση, που δεν έχει πνεύμα ζωής, γι’ αυτό και όλη η κοινωνία και η κτίση πάσχουν και υποφέρουν. Η κοινωνία είναι ακοινώνητη, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων αλλοιώνονται, το περιβάλλον βιάζεται, η γη μολύνεται. Ο άνθρωπος είναι πνευματικά άρρωστος και όλη η κτίση υποφέρει και βασανίζεται. Σε αυτήν την πεδιάδα του θανάτου και του πόνου ο Κληρικός, ως άλλος προφήτης, πρέπει να απευθύνη λόγο Κυρίου, που ζωοποιεί και ανασταίνει τα πάντα, να ομιλή για την Ανάσταση του Χριστού που ζωοποιεί την κάθε νέκρωση, να κηρύττη τον αναστάντα Χριστό, που είναι το Φως το αληθινόν που εκδιώκει το σκοτάδι και την καταχνιά.
Η προφητεία του Προφήτου Ιεζεκιήλ είναι επίκαιρη σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού σήμερα περισσεύει ο ανθρώπινος πόνος. Η κοινωνία μας είναι μια πεδιάδα με πολλά αποξηραμένα οστά, παντού υπάρχουν διαιρέσεις, πόλεμοι, πείνα, απελπισία, αρρώστιες, θάνατοι. Οπότε, μιμούμενοι και έναν άλλο Προφήτη, τον Αββακούμ, όπως το ψάλλουμε στον αναστάσιμο κανόνα, στεκόμαστε πάνω σε υψηλό μέρος, στην «θεία φυλακή» και δεικνύουμε «φαεσφόρον Άγγελον, διαπρυσίως λέγοντα• Σήμερον σωτηρία τω κόσμω ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος». Χαρήτε, αδελφοί, την Ανάσταση του Χριστού που από τα ξεραμένα οστά συναρμόζει σώματα και σε αυτά τα άψυχα σώματα δίνει ζωή και πνεύμα, και ας συμμετάσχουμε στην πνευματική αυτή νεκρανάσταση από την παρούσα ζωή, προγευόμενοι της μελλοντικής αναστάσεως.

«Πονώ, άρα υπάρχω» Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Η φράση και η έννοιά της «πονώ, άρα υπάρχω» ανήκει στον Ντοστογιέφσκι, που την συναντά κανείς σε όλα τα έργα του, στα οποία παρουσιάζει ανθρώπους να πονούν, να πάσχουν και να αναζητούν λύτρωση. Αυτό ήταν και το περιεχόμενο της ζωής του, αφού πέρασε από προσωπικές και οικογενειακές δοκιμασίες.
Θεωρώ ότι η φράση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την φράση του Ντεκάρτ (Καρτεσίου), φιλοσόφου του διαφωτισμού: «σκέπτομαι, άρα υπάρχω», που ταύτιζε την ύπαρξη του ανθρώπου με την λογική, και την λογική επεξεργασία και θεωρούσε ότι εκεί προσδιορίζεται η ύπαρξη του ανθρώπου.
Πάντως, ο πόνος είναι σωματικός, ψυχολογικός, υπαρξιακός και πνευματικός, υπάρχει δε συσχέτιση και αλληλεπίδραση μεταξύ τους και είναι αυτός που συνδέεται με την ζωή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος με την γέννησή του προξενεί πόνο στην μητέρα του, το αρτιγέννητο βρέφος μόλις αντικρίζει την ζωή κλαίει, δηλαδή γεννιέται με το κλάμα, ο άνθρωπος ζη σε όλη του την ζωή με το δίδυμο ηδονή και οδύνη και πεθαίνει πονώντας ο ίδιος και προξενώντας πόνο στα αγαπητά του πρόσωπα.
Επίσης, στον λόγο του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου και του γέροντος Σωφρονίου συναντούμε την έννοια μιας άλλης φράσεως: «Αγαπώ, άρα υπάρχω», δηλαδή, συνδέει την ύπαρξη του ανθρώπου με την αγάπη, οπότε είναι ο γνήσιος άνθρωπος, όπως τον καταρτίζει η Χάρη του Θεού, με την δική του συνέργεια.
Αλλά και αυτό το «αγαπώ, άρα υπάρχω» δεν είναι αντίθετο με το «πονώ, άρα υπάρχω», αφού, κατά την διδασκαλία του αγίου Σιλουανού, όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο πόνος και όσο μεγαλύτερος είναι ο πόνος, τόσο τελειότερη είναι η γνώση.
Ο Paul Brand, ένας Άγγλος γιατρός που εργάσθηκε ιατρικά κυρίως μεταξύ των λεπρών στην Ινδία, αλλά και στην Ασία, την Ευρώπη και την Αμερική, σε ένα βιβλίο του με τον τίτλο «Πόνος, ένα δώρο που κανένας δεν θέλει», αναλύει με παραστατικό και γλαφυρό τρόπο την αξία του σωματικού πόνου για τον άνθρωπο. Πρόκειται, όπως υποστηρίζει τεκμηριωμένα και από ιατρικής πλευράς, για μια ευεργεσία του Θεού, αφού ο νεκρός άνθρωπος δεν πονάει, αντίθετα ο ζωντανός άνθρωπος πονάει, και αυτός ο πόνος τον οδηγεί στην αναζήτηση ιατρού για την θεραπεία. Οι ασθένειες που δεν προξενούν πόνο είναι επικίνδυνες και θανατηφόρες.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι ο πόνος –σωματικός, ψυχολογικός, υπαρξιακός, πνευματικός–, αλλά ο τρόπος με τον οποίον τον αντιμετωπίζουμε και ποιά είναι η στάση μας απέναντί του.
Από το βιβλίο αυτό θα συνοψίσω στην συνέχεια τρία σημαντικά σημεία.

1. Τα τρία στάδια του σωματικού πόνου

Ο σωματικός πόνος διέρχεται από τρία στάδια, ήτοι το σήμα, το μήνυμα και την απάντηση.
Το σήμα είναι ένας συναγερμός που κτυπάει όταν οι νευρικές απολήξεις στην περιφέρεια αισθάνονται τον κίνδυνο. Ομοιάζει με τον συναγερμό στο σπίτι, όταν κάποιος προσπαθή να παραβιάση την πόρτα η το παράθυρο.
Το μήνυμα είναι η μεταβίβαση της αίσθησης του πόνου στον νωτιαίο μυελό, στην βάση του εγκεφάλου, όπου φθάνουν τα εκατομμύρια σήματα πληροφοριών και εκεί γίνεται η διαλογή, το φιλτράρισμα.
Η απάντηση είναι η εμπειρία του πόνου που τελικά φθάνει στον εγκέφαλο, τον νεοφλοιό και από εκεί στους μετωπιαίους λοβούς για να αντιμετωπισθή. Αυτό το τρίτο στάδιο, της εμπειρίας του πόνου, είναι το πιο σημαντικό.
Συνήθως εμείς δίνουμε μεγάλη σημασία στο πρώτο στάδιο –το σήμα– και αμέσως αναζητούμε τρόπους να τον σταματήσουμε. Αυτό γίνεται με φάρμακα, σπρέϊ, αλοιφές, τοπικά αναισθητικά. Δεν μπορεί κανείς να αγνοήση και αυτό, αλλά πρέπει να δοθή ιδιαίτερη προσοχή στο τρίτο στάδιο, στον εγκέφαλο. Γιατί ένας πόνος, στην μέση για παράδειγμα, δείχνει ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο ζωής, στάση του σώματος, γιατί διαφορετικά θα υπάρξη πρόβλημα στην σπονδυλική στήλη. Το ίδιο γίνεται και για τον πόνο του στομάχου και άλλων οργάνων του σώματος.

2. Η αντιμετώπιση του πόνου

Αφού η ζωή του ανθρώπου συνδέεται αναπόσπαστα με τον πόνο, αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να μάθη να αντιμετωπίζη και μάλιστα να τροποποιή τον πόνο, κυρίως στο τρίτο στάδιό του, δηλαδή στον εγκέφαλο.
Ο οργανισμός του ανθρώπου έχει μέσα του τις απαραίτητες δυνάμεις για να αντιμετωπίζη τον πόνο. Εμείς συνήθως με την πρώτη αίσθηση του πόνου –το σήμα– τρέχουμε στον γιατρό, που τον θεωρούμε ως έναν «μηχανικό», αλλ' όμως «μέσα μας έχουμε τον γιατρό».
Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ένας «κορυφαίος φαρμακολόγος», που παράγει πολλές χημικές ουσίες για την αντιμετώπιση διαφόρων καταστάσεων. Για παράδειγμα η β-ενδορφίνη είναι 20-50 φορές ισχυρότερη αναλγητική ουσία από την μορφίνη και χαρακτηρίζεται «ορμόνη anti-stress, φυσικής αναλγησίας και ευτυχίας». Γενικά, οι φυσικές ενδορφίνες μπλοκάρουν το μήνυμα του πόνου στο νευρικό σύστημα.
Όταν ο άνθρωπος, με διάφορους τρόπους, ευχαριστείται από κάτι, ο οργανισμός εκκρίνει ενδορφίνη που αντιμετωπίζει τον πόνο. Έτσι, η χρησιμοποίηση διαφόρων πολιτισμικών παραγόντων, η πίστη στον Θεό, η προσευχή, η ελπίδα, η επικοινωνία με τους ανθρώπους, βοηθούν στην έκκριση των ενδορφινών που είναι αναλγητικές ουσίες και βοηθούν και το σώμα.
Αυτό φαίνεται και από την σημασία του «placebo», που είναι ένα εικονικό «φάρμακο», το οποίο όμως ανακουφίζει σημαντικά τον άνθρωπο, ακριβώς γιατί βοηθά στην έκριση των ενδορφινών. Δεν πρόκειται απλώς για ψευδαίσθηση, αλλά για αντίδραση του οργανισμού για την αντιμετώπιση του πόνου.
Έτσι, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αντιμετωπίζη κανείς τον πόνο, να τον τροποποιή και ουσιαστικά να τον υπερβαίνη. Μερικοί από αυτούς είναι η αίσθηση του πόνου ως δώρο του Θεού για να καταλάβουμε την ασθένεια και να αλλάξουμε τρόπο ζωής• η «λιτανεία ευγνωμοσύνης», και για τον πόνο, που υποδεικνύει το πρόβλημα, αλλά και για τον τρόπο λειτουργίας όλων των οργάνων του σώματος με τέλειο τρόπο• η ακρόαση του πόνου, που μας υποδεικνύει μια αλλαγή συμπεριφοράς• η δραστηριότητα και η σωματική άσκηση• η αυτοκυριαρχία, που δείχνει υπομονή, ψυχραιμία και γενικά έναν φιλοσοφικό και εκκλησιαστικό-θεολογικό τρόπο ζωής• η συμμετοχή μας σε μια κοινότητα και η επικοινωνία με τους ανθρώπους.
Με όλους αυτούς τους τρόπους ο πόνος τροποποιείται και υπερβαίνεται στο τρίτο στάδιο, δηλαδή στον εγκέφαλο. Σημαντικός είναι ο ρόλος της προσευχής, της πίστεως στον Θεό, της συμμετοχής στην λατρεία της Εκκλησίας και την όλη δραστηριότητα της εκκλησιαστικής ζωής. Έτσι εξηγείται το ότι όσοι πιστεύουν στον Θεό βρίσκουν τρόπο και να μειώνουν τους πόνους και να τους υπερβαίνουν.

3. Ενισχυτές του πόνου

Εκτός από τους διαφόρους τρόπους για την αντιμετώπιση του πόνου, υπάρχουν και οι λεγόμενοι ενισχυτές του πόνου. Όπως ένα μηχάνημα ενισχυτού μεγαλώνει πολλαπλάσια την φωνή του ανθρώπου, για να ακούγεται σε μεγάλη απόσταση, έτσι υπάρχουν μερικοί παράγοντες που θεωρούνται ως ενισχυτές του πόνου, αφού τον πολλαπλασιάζουν, τον μεγενθύνουν, τον μεγαλώνουν.
Ως ενισχυτές του πόνου θεωρούνται ο φόβος για την αρρώστια και τον θάνατο• ο θυμός για κάποια ασθένεια σε συνδυασμό με την πίκρα γι' αυτό που συμβαίνει• οι ενοχές, που μας ταλαιπωρούν εσωτερικά• η αίσθηση της μοναξιάς, αφού αισθανόμαστε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι να μοιρασθούμε τον πόνο• η αδιαφορία για την ζωή κλπ.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες όχι μόνον δεν βοηθούν τον άνθρωπο στην αντιμετώπιση του πόνου, αλλά τον κάνουν πιο δυστυχισμένο, τον βυθίζουν στην κόλαση του πόνου. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει κατ' αρχάς να σταματήση τους «ενισχυτές» του πόνου και να βρη τρόπους να τροποποιή και να υπερβαίνη τον πόνο.
Και, βέβαια, με όλα αυτά δεν εννοείται μόνον ο σωματικός πόνος, αφού ο άνθρωπος αποτελεί μια ενότητα ψυχής και σώματος. Φαίνεται ευδιάκριτα ότι αν μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τον ψυχολογικό, υπαρξιακό και πνευματικό πόνο, τότε θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε και τον σωματικό πόνο, που μερικές φορές είναι ισχυρός, γιατί δεν γνωρίζουμε τον τρόπο να τον αντιμετωπίζουμε.
Μαθαίνουμε πολλές εγκυκλοπαιδικές και επιστημονικές γνώσεις, εκπαιδευόμαστε σε κοινωνικούς τρόπους συμπεριφοράς, επιδιώκουμε να μάθουμε επικοινωνιακούς τρόπους για να κυριαρχήσουμε στην κοινωνία, μιλάμε διάφορες γλώσσες για να επικοινωνούμε με τους συνανθρώπους μας, αλλά είμαστε εντελώς ανίσχυροι στην αντιμετώπιση του ψυχολογικού, υπαρξιακού και πνευματικού άλγους, οπότε δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και τον σωματικό πόνο, αλλά κυρίως τον φόβο που συνδέεται με τον πόνο. Γιατί μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ο πόνος, αλλά ο φόβος του πόνου.
Τελικά, ο πόνος του σώματος είναι δώρο στους υγιείς ανθρώπους. Οι νεκροί δεν ακούν, δεν πονούν. Οι ασθένειες που δεν πονούν είναι επικίνδυνες (ζάχαρο, καρκίνος στα πρώτα στάδια, πίεση, αδένες κλπ.)
Θα πρέπει να αξιοποιούμε τον πόνο, να τον θεωρούμε ως δώρο του Θεού για να αντιμετωπίζουμε μια ασθένεια, να κάνουμε προσπάθειες να τροποποιούμε την στάση μας έναντι του πόνου, κυρίως στο τρίτο στάδιο, να τον δαμάζουμε και όχι να είμαστε δούλοι, πράγμα που σημαίνει να κάνουμε υπομονή και όχι να αγανακτούμε.
Αυτό πρέπει να γίνεται και με τον ψυχολογικό πόνο.
Άρα υπάρχουμε ως άνθρωποι, ως Χριστιανοί όταν πονούμε, αλλά κυρίως είμαστε άνθρωποι και Χριστιανοί, όσο ξέρουμε να τροποποιούμε τον πόνο, όταν τον θεωρούμε δώρο Θεού και τον υπερβαίνουμε με την Χάρη του Θεού. Έτσι έκαναν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας, ιδίως οι μάρτυρες.
Και κάτι ακόμα. Ο πόνος στον άνθρωπο στέλνει ένα σήμα και στην κοινωνία. Είναι σαν να λέη: «Προσέξτε με! Χρειάζομαι βοήθεια».Συμβαίνει όπως γίνεται στο ανθρώπινο σώμα που τα αισθητήρια του πόνου αναγγέλλουν στα άλλα κύτταρα του σώματος το πρόβλημα.
Το ερώτημα είναι: Έχουμε την δυνατότητα να ακούσουμε τον πόνο μας, να αισθανθούμε ευγνωμοσύνη για τον πόνο, να ακούσουμε τον πόνο του συνανθρώπου μας;
Με την απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορούμε να μετρήσουμε την ψυχική-πνευματική υγεία και την ασθένεια.
Έτσι το «πονώ, άρα υπάρχω» δείχνει ότι ζούμε ως άνθρωποι και Χριστιανοί.–

Ιεροί Κανόνες καί Νόμοι τής Πολιτείας Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Δημοσιεύθηκε στό Βήμα τής Κυριακής 24-5-2009)


Η υπόθεση τού πρώην Μητροπολίτου Αττικής Παντελεήμονος απετέλεσε μιά κρίση γιά τήν Εκκλησία, τουλάχιστον εδώ καί μιά επταετία. Γιά τό θέμα αυτό εξεδόθησαν τρείς αποφάσεις από τήν Ιερά Σύνοδο, ήτοι η έκπτωση από τής θέσεως τού Μητροπολίτου Αττικής (Αύγουστος 2005), η αναστολή κάθε περαιτέρω δίωξης (Μάρτιος 2009) καί η διαπιστωτική πράξη καθαίρεσης, ύστερα από τήν αμετάκλητη απόφαση τού Αρείου Πάγου (Μάϊος 2009).
Η τελευταία απόφαση δημιούργησε σοβαρή συζήτηση, επειδή προκλήθηκε καθαίρεση από τό αρχιερατικό αξίωμα κατά τίς διατάξεις τού άρθρου 160 τού νόμου 5383/1932 από τό Πρωτοβάθμιο γιά Αρχιερείς Δικαστήριο «άνευ ετέρας τινος διαδικασίας», οπότε ετέθη θέμα κατά πόσον η Εκκλησία θά πρέπει νά κυβερνάται σύμφωνα μέ τούς ιερούς Κανόνες ή τούς νόμους τής Πολιτείας.
Θεωρώ ότι η Εκκλησία πρέπει νά ρυθμίζη τά τού οίκου της σύμφωνα μέ τούς ιερούς Κανόνες καί πρός τήν κατεύθυνση αυτή πρέπει νά προσδιορισθούν οι περαιτέρω ενέργειές της. Αυτό σημαίνει ότι θά πρέπει νά κρίνη τούς Κληρικούς της βάσει τών ιερών Κανόνων τών Τοπικών καί Οικουμενικών Συνόδων. Η τήρηση, όμως, τών ιερών Κανόνων δέν είναι μιά απλή υπόθεση καί ένας «συνθηματικός» λόγος.
Στήν συνέχεια θά τεθούν μερικά από τά πολλά ενδιαφέροντα σημεία πρός περαιτέρω διερεύνηση.
1. Οι ιεροί Κανόνες δέν είναι νομικά κείμενα, παρά τήν νομοτεχνική τους διατύπωση, αλλά εκκλησιαστικά κείμενα πού συνδέονται στενά μέ τά δόγματα-όρους καί αποβλέπουν στήν ενότητα τής Εκκλησίας καί τήν έκφραση τού εκκλησιαστικού φρονήματος. Μόνον όταν συνδέσουμε τούς Κανόνες μέ τόν σκοπό τών δογμάτων μπορούμε νά τούς ερμηνεύσουμε σωστά, διαφορετικά τούς παρερμηνεύουμε.
2. Η επίκληση τών ιερών Κανόνων δέν μπορεί νά είναι επιλεκτική καί αποσπασματική. Δέν είναι δυνατόν νά παραβαίνονται οι ιεροί Κανόνες, όταν προσκρούουν σέ προσωπικά πάθη καί σέ προσωπικές επιλογές, καί νά τούς επικαλούμαστε, όταν θέλουμε νά ελέγξουμε αυτούς πού είναι αντίθετοι στίς απόψεις μας. Η όλη εκκλησιαστική ζωή πρέπει νά ρυθμίζεται βάσει τού γράμματος καί ιδιαιτέρως τού «πνεύματος» τών ιερών Κανόνων.
Επί πλέον η δικαστική κρίση γιά Αρχιερείς δέν πρέπει νά είναι ανεξάρτητη από τόν τρόπο τής εκλογής τους. Λέγεται αυτό γιατί πολλές φορές ενεργούμε κατά κοσμικό τρόπο στίς εκλογές τών Αρχιερέων καί στήν συνέχεια ή αμνηστεύουμε αντικανονικές ενέργειές τους ή κοπτόμαστε γιά τήν τήρηση τών κανόνων, γιά νά καλύψουμε διάφορες αντιεκκλησιαστικές πράξεις.
3. Οι ιεροί Κανόνες διακρίνονται από σεβασμό στό χάρισμα τής Ιερωσύνης, όπως φαίνεται καί στίς ευχές τής χειροτονίας, αλλά καί από πνεύμα φιλανθρωπίας στούς αμαρτάνοντες, όταν οι πράξεις τους δέν είναι καθαιρετικές τής Ιερωσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η λεγόμενη φιλανθρωπία δέν μπορεί νά λειτουργή ανεξάρτητα από τήν αξία τού χαρίσματος τής Ιερωσύνης. Η προτροπή τού Αποστόλου Παύλου «μή αμέλει τού εν σοί χαρίσματος, ό εδόθη σοι διά προφητείας μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου» (Α' Τιμ. δ', 14) είναι χαρακτηριστική.
Γιά νά μπορέση, όμως, κανείς νά ισορροπήση τά πράγματα, μεταξύ χαρίσματος τής Ιερωσύνης καί φιλανθρωπίας, καί νά αντιληφθή τό «πνεύμα» τών ιερών Κανόνων, πρέπει ο ίδιος νά έχη τό χάρισμα τών Πατέρων πού τούς θέσπισαν, νά είναι καί ως πρός τόν τρόπο «μέτοχος» τών Αποστόλων καί όχι μόνον «διάδοχος τών θρόνων» τους. Αυτή είναι η αληθινή εκκλησιολογία καί η έλλειψή της αποτελεί τό μεγαλύτερο θεολογικό πρόβλημα στήν σύγχρονη Εκκλησία.
4. Βέβαια, πρέπει ενεργούμε κατά τούς ιερούς Κανόνες. Αλλά όταν αρνούμαστε ή αδιαφορούμε νά κρίνουμε εμείς βάσει τών ιερών Κανόνων στόν κατάλληλο καιρό, καί κατά συνέπεια δημιουργούνται πολλά «εκκλησιαστικά καρκινώματα», δέν μπορούμε νά διαμαρτυρόμαστε όταν επεμβαίνη η Πολιτεία γιά νά διασφαλίση ακόμη καί τό κοινό περί δικαίου αίσθημα καί αυτού τού εκκλησιαστικού πληρώματος. Ο Θεός ενεργεί ποικιλοτρόπως.
5. Απαιτείται τροποποίηση τών αντικανονικών διατάξεων τού Καταστατικού Χάρτη τής Εκκλησίας τής Ελλάδος καί τού τρόπου λειτουργίας τών Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων. Δέν πρέπει νά αμνηστεύουμε τίς αντικανονικές διατάξεις πού έχουν οι εκκλησιαστικοί αυτοί νόμοι, από τόν υπαρκτό ή ανύπαρκτο φόβο τής μή διαταράξεως τών σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας καί Πολιτείας.
Επί τέλους, άς ζητήσουμε ή άς δεχθούμε από τήν Πολιτεία νά λειτουργή η Εκκλησία κατά τό κανονικό δίκαιο, χωρίς νά μάς διακατέχη τό σύνδρομο τού φόβου έναντι τής Πολιτείας. Παράλληλα, άς ενεργούμε εμείς οι Κληρικοί καί ιδίως οι Επίσκοποι, βάσει τών ιερών Κανόνων σέ όλα τά επίπεδα τής εκκλησιαστικής ζωής, γιά νά μή φοβόμαστε τήν παρέμβαση τής Πολιτείας.
Πολλοί επισημαίνουν ότι θά πρέπει νά γίνουν αλλαγές στόν τρόπο αποδόσεως τής δικαιοσύνης στούς Κληρικούς. Θεωρώ ότι θά πρέπει νά ψηφισθή ένας νόμος από τήν Πολιτεία μέ πρόταση τής Εκκλησίας, πού θά δίνη τήν αρμοδιότητα στήν Εκκλησία νά δικάζη τούς Κληρικούς της, όταν διαπράττουν κανονικά παραπτώματα, κατά τό δικό της κανονικό δίκαιο.
Στό παρελθόν παρατηρήθηκαν διάφορες πρωτοβουλίες από εκκλησιαστικούς, πολιτικούς καί νομικούς κύκλους στό θέμα αυτό, πού όμως δέν ευοδώθηκαν. Είναι καλό νά ερευνηθούν τά αίτια τής αποτυχίας τών προσπαθειών αυτών καί νά τεθούν σέ σωστά πλαίσια οι επόμενες κινήσεις μας, πού θά λειτουργήσουν πρός τήν ευκρινέστερη οριοθέτηση τών σχέσεων εκκλησιαστικής καί πολιτικής διοίκησης γιά νά μή παρατηρούνται εκατέρωθεν εμπλοκές.

Αποκάλυψη και πολιτισμός Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου


Ο τίτλος της εισηγήσεώς μου έχει και συνοπτικό και ευρύ περιεχόμενο. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διατυπωθή και σε μια παράγραφο, αλλά μπορεί και να αναλυθή δια μακρών μέσα από την πνευματική εμπειρία των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων. Στην παρούσα συνάντηση θα αρκεσθώ σε μια ευσύνοπτη παρουσίαση του θέματος.
Όταν ομιλούμε για αποκάλυψη, εννοούμε την φανέρωση του Θεού στους ανθρώπους εκείνους που ανέρχονται σε ένα πνευματικό ύψος για να δεχθούν αυτήν την φανέρωση. Πολλές φορές η λέξη αποκάλυψη χρησιμοποιείται από τον Απόστολο Παύλο για να δείξη την φανέρωση του ιδίου του Θεού σε αυτόν.
Βεβαίως, η βιβλικοπατερική χρήση της λέξεως αποκάλυψη διαφέρει σαφέστατα από την δυτική σημασία της λέξεως. Διότι η δυτική θεολογία, όταν ομιλή για αποκάλυψη, εννοεί την αποκάλυψη «λέξεων, εικόνων, νοημάτων και αξιωμάτων, άνευ της υπερβαινούσης τον λόγον και την νόησιν ακτίστου δόξης του Χριστού». Αντίθετα, κατά την ορθόδοξη διδασκαλία η αποκάλυψη είναι φανέρωση της δόξης του Ασάρκου Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη και του Σεσαρκωμένου Λόγου στην Καινή Διαθήκη.
Στην σύντομη αυτή εισήγηση θα εντοπισθούν τρία σημεία. Το ένα πως γίνεται η αποκάλυψη, το δεύτερο πως μεταφράζεται η αποκάλυψη της δόξης του Θεού στα πολιτισμικά σημεία και το τρίτο πως υπερβαίνονται όλα αυτά τα πολιτισμικά σύμβολα, κατά την εμπειρία της αποκαλύψεως.

1. Η αποκάλυψη του Θεού στον θεόπτη

Ο Θεός φανερώνεται όχι στον οποιοδήποτε άνθρωπο, αλλά σε εκείνον που είναι σε μια κατάλληλη πνευματική κατάσταση για να ενεργήση ως φως και όχι ως πυρ. Η φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο γίνεται με άρρητα-άκτιστα ρήματα, όταν εκείνος βρίσκεται στην κατάσταση της θεώσεως.
Όλα τα κείμενα των αγίων Αποστόλων είναι εμπειρικά, δηλαδή οι άγιοι Απόστολοι κατέγραψαν όσο ήταν δυνατόν, την αποκαλυπτική εμπειρία την οποία είχαν δεχθή. Μέσα από την προοπτική αυτή πρέπει να εξετάζονται και οι λόγοι του Αποστόλου Παύλου στις επιστολές του που έστειλε στις κατά τόπους Εκκλησίες.
Στην Β πρός Κορινθίους επιστολή του ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για τις οπτασίες και τις αποκαλύψεις Κυρίου και την αρπαγή του στον Παράδεισο, όπου «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώποις λαλήσαι» (Β Κορ. ιβ , 1-4). Καίτοι αυτή η αποκαλυπτική εμπειρία τίθεται σε τρίτο πρόσωπο «οίδα άνθρωπον εν Χριστώ», εν τούτοις πρόκειται για δική του πνευματική εμπειρία.
Για το τι είναι αυτά τα «άρρητα ρήματα» που άκουσε στον Παράδεισο ο Απόστολος Παύλος έχουμε μία καταπληκτική ερμηνεία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, ο οποίος προφανώς είχε και ο ίδιος παρόμοια εμπειρία.
Κατά τον άγιο Συμεών ρήμα είναι ο λόγος, όπως και ο λόγος λέγεται ρήμα. Τα ρήματα και οι λόγοι των ανθρώπων λαλούνται με τα στόματα και ακούονται από τους ανθρώπους με τα αυτιά. Το ρήμα και ο λόγος του Θεού που εξέρχεται από το στόμα Του «άφραστός εστι παντελώς ανθρωπίνη γλώσση και ακοή σαρκίνη πάντη αχώρητος». Ακόμη, το ρήμα και ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να συλληφθή από την αίσθηση, γιατί η ανθρώπινη αίσθηση δεν μπορεί να αισθανθή τα υπέρ αίσθηση.
Στην συνέχεια αναλύει ότι «στόμα τοίνυν Θεού το άγιον Πνεύμά εστιν, ρήμα δε και λόγος ο Υιός αυτού και Θεός». Όπως δεν μπορεί να εξέλθη ο λόγος, εάν δεν ανοιγή το στόμα μας, έτσι «ούτε οράται, ούτε γινώσκεται, ούτε μην αποκαλύπτεται τη οπτική και ακουστική αισθήσει ημών», ο Υιός και Λόγος του Θεού, εάν δεν ανοιγή το στόμα του, δηλαδή το Άγιον Πνεύμα, δια της γινομένης μέσα μας ελλάμψεως, στον εξ αυτού ελλαμπόμενον νου μας.
Όμως, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, τα ρήματα του Θεού είναι άρρητα. Κατά τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο αυτά τα άρρητα ρήματα είναι «αι μυστικαί και επ' αληθώς ανέκφραστοι δια της ελλάμψεως του αγίου Πνεύματος θεωρίαι τε και υπερμεγαλοπρεπείς άγνωστοι γνώσεις, είτ’ ουν αθέατοι θεωρίαι της υπερφώτου και υπεραγνώστου Υιού και Λόγου του Θεού δόξης τε και θεότητος». Αυτές δε «αι των αφθέγκτων ρημάτων ανήκοοι ακοαί» και «η των ακαταλήπτων πραγμάτων εν ακαταληψία κατάληψις» αποκαλύπτονται στους αξίους αυτής της αποκαλύψεως.
Ο Απόστολος Παύλος πρώτα ομίλησε για την θεωρία που έγινε δια της αρπαγής και έπειτα αναφέρθηκε για τα εντός της θεωρίας απόρρητα και ακατάληπτα ακούσματα και θεάματα της δόξης και της θεότητος, αφού στα πνευματικά μία είναι η ακουστική και θεωρητική αίσθηση. Οπότε, «ουδέ εν των βλεπομένων η ακουομένων, καθώς ταύτα ορά και ακούει οιόν εστι και οία ειπείν ποτέ δύναται• δια τούτο και γλώσση ταύτα λαλήσαι αδύνατον είναι προσέθηκεν».
Επομένως, εφ’ όσον ο Λόγος του Θεού και Πατρός είναι Θεός, είναι δίκαιο και «αι του Θεού Λόγου ελλάμψεις» να κληθούν ρήματα. Και αυτά τα ρήματα είναι άρρητα, γιατί δεν υπάρχει κανένα κτιστό πράγμα για να τα εκφράση κανείς. Ο Χριστός γίνεται σε μας τα πάντα, γνώση, σοφία, λόγος, φως, έλλαμψη, ομοιότητα, θεωρία, επίγνωση, και αξιώνει αυτούς που τον αγαπούν να απολαμβάνουν αυτά τα αγαθά, τα άρρητα ρήματα, «εκ μέρους» «εν μυστηρίω» από την παρούσα ζωή, τα οποία είναι αποκεκρυμμένα στους πολλούς.
Βέβαια, ο άγιος Συμεών στην ανάλυση αυτή συνδέει την θεωρία της δόξης του Θεού με τα αιώνια αγαθά του Παραδείσου, με την μέθεξη του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας.
Γίνεται φανερό ότι τα άρρητα ρήματα είναι οι ελλάμψεις της ακτίστου δόξης του Θεού, οι οποίες διαφέρουν σαφέστατα από τις κτιστές ενέργειες, και δεν μπορούν να εκφρασθούν τελείως από τους Προφήτες.

2. Η μεταφορά της αποκαλύψεως στα πολιτισμικά σύμβολα

Ο θεόπτης που δέχεται την αποκάλυψη ζη σε έναν ιδιαίτερο τόπο και χρόνο, χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερη γλώσσα και διάφορα πολιτισμικά σύμβολα για να επικοινωνή με τους συνανθρώπους του και να μεταφέρη την αποκαλυπτική εμπειρία. Είναι επόμενο ότι αυτή η δόξα της αποκαλύψεως του Θεού περνά μέσα από τους πολιτισμικούς αυτούς τρόπους εκφράσεως, τους οποίους ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης χαρακτήρισε με ρήματα, νοήματα και εικονίσματα. Και οι τρεις αυτές πολιτισμικές εκφράσεις είναι κτιστές πραγματικότητες. Οπότε, τα άκτιστα-άρρητα ρήματα μεταφέρονται με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα.
Κτιστά ρήματα είναι οι λέξεις κάθε γλώσσας που χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους για να συνεννοούνται μεταξύ τους. Έτσι, προσλαμβάνονται πάντοτε οι κατάλληλες λέξεις-όροι για να διατυπώσουν όσο είναι δυνατόν την αποκαλυπτική εμπειρία.
Κτιστά νοήματα είναι οι έννοιες, οι οποίες αποτελούν το βαθύτερο νου των ρημάτων και οι οποίες, βέβαια, διαφέρουν από λαό σε λαό, διότι για παράδειγμα άλλη έννοια έχει η λέξη απάθεια στους στωϊκούς φιλοσόφους και άλλη έννοια στους Πατέρας της Εκκλησίας.
Κτιστά εικονίσματα είναι όλες οι λειτουργικές τέχνες (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, μουσική κλπ.), ο? οποίες εκφράζουν, όσο είναι δυνατόν, την δόξα του αποκεκαλυμμένου Θεού. Επομένως, τα κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα συνδέονται άρρηκτα με τις πολιτισμικές εκφράσεις των ανθρώπων που ζουν σε έναν ιδιαίτερο τόπο. Άλλωστε, η Εκκλησία ζη και εργάζεται μέσα στην ιστορία, δεν αποσαρκώνεται από αυτήν, αλλά την μεταμορφώνει.
Οι θεόπτες φθάνουν στην θεωρία και «βλέπουν αοράτως τα αόρατα, ακούουν ανηκούστως τα ανήκουστα και τα άρρητα και νοούν υπερνοητώς τα υπέρ την νόησιν και την λογικήν μυστήρια της βασιλείας». Όμως, αυτά τα άρρητα μυστήρια πρέπει να μεταφρασθούν στα κτιστά σημαίνοντα και σημαινόμενα. Οι Απόστολοι μετέφεραν, όσο είναι δυνατόν, αυτήν την εμπειρία με τα νοήματα και τα ρήματα της γλώσσας που χρησιμοποιούσαν, και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μετέφερε όλη αυτήν την εμπειρία με την εικόνα του Ναού και επί τη βάσει αυτής της εικόνος διαμορφώθηκε και ο ορθόδοξος Ναός και η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας.
Για παράδειγμα, οι Πατέρες της Εκκλησίας προκειμένου να διατυπώσουν την αποκαλυπτική αλήθεια στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι ο Χριστός είναι άκτιστος Θεός και όχι κτίσμα, χρησιμοποίησαν την φράση «Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί».
Στην φράση αυτή συνδέεται το άκτιστο Φως της δόξης του Θεού, που φαίνεται στην αποκαλυπτική εμπειρία, με την κτιστή εικόνα του Πατρός που γεννά τον ομοούσιον με Αυτόν Υιό.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας στα κείμενά τους, όπως το βλέπουμε και στον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ομολογούν ότι κατά την εμπειρία της δόξης του Θεού, βλέπουν τρία άκτιστα φώτα, τα οποία διαφέρουν από το κτιστό φως, αλλά μεταξύ τους έχουν την ίδια άκτιστη δόξα και επομένως την ίδια άκτιστη ουσία-φύση. Το ένα Φως, η λεγομένη πηγαία Θεότης, είναι η πηγή των άλλων δύο Φώτων, το δεύτερο Φως προέρχεται από το πρώτο, αλλά είναι σεσαρκωμένο, και το τρίτο Φως προέρχεται από το πρώτο, αλλά δεν έχει σώμα.
Αυτήν την εμπειρία οι Πατέρες την εξέφρασαν με όρους της εποχής, ήτοι ομίλησαν για ουσία και ενέργεια, για τρεις υποστάσεις και τρία υποστατικά ιδιώματα των Προσώπων, που είναι το αγέννητο του Πατρός, το γεννητό του Υιού και το εκπορευτό του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι, όταν απομονώνουμε τους θεολογικούς αυτούς όρους από την εμπειρία της θεώσεως και στοχαζόμαστε πάνω σε αυτούς, τότε απλώς φιλοσοφούμε. Αυτήν την πρακτική ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει με την φράση «τεχνολογούσι και ου θεολογούσι», ο δε άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ομιλεί για αυτοχειροτονήτους θεολόγους, και αργότερα κατέληξε να χαρακτηρίζεται σχολαστική θεολογία. Αντίθετα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ότι οι Απόστολοι εργάζονται αλιευτικώς και όχι αριστοτελικώς.
Κατά τον ίδιο τρόπο αυτήν την άκτιστη δόξα και αποκαλυπτική εμπειρία οι έχοντες αυτήν την πείρα την περνούν, όσον είναι δυνατόν, στον τρόπο ανοικοδομήσεως των Ναών, στον τρόπο αγιογραφήσεώς τους, στην εκκλησιαστική μουσική, στην σύνθεση των ιερών Ακολουθιών και τροπαρίων, ιδίως στην κατάρτιση της διάταξης και των ευχών της θείας Λειτουργίας. Η σύγκριση και συσχέτιση του βιβλίου της Αποκαλύψεως του Ευαγγελιστού Ιωάννου με τον τρόπο τελέσεως της θείας Λειτουργίας είναι αποδεικτικό αυτής της συνδέσεως.

3. Υπέρβαση των πολιτισμικών συμβόλων

Η Εκκλησία δια των θεοπτών αγίων μεταφράζει την εμπειρία στα κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα για να χρησιμοποιηθούν ως φάρμακα και ως οδοδείκτες προς την θεοπτία. Όταν όμως ο άνθρωπος οδηγήται στην θεοπτική γνώση και εμπειρία, τότε υπερβαίνονται τα κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα, χωρίς φυσικά να καταργούνται για τους ιδίους, όταν επιστρέφουν από την εμπειρία, και για τους άλλους που επιθυμούν να φθάσουν στην αποκαλυπτική εμπειρία.
Κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, όσοι συνδέονται με τον Χριστό και πλουτίζουν από την θεότητά του «ορώσιν αοράτως αυτού του Θεού το άφραστον κάλλος• κρατούσιν ανεπάφως, κατανοούσιν ακατανοήτως το ανίδεον είδος αυτού, την άμορφον μορφήν και το ασχημάτιστον σχήμα εν αθεάτω θέα και ασυνθέτω κάλλει αποικίλτως πεποικιλμένον».
Κατά την εμπειρία της θεώσεως οι θεόπτες υπερβαίνουν τις εικόνες των κτισμάτων, διότι κατά τον άγιο Συμεών «οπότε αυτώ εκείνω ουσιωδώς τω Θεώ ενωθώσι και της εκείνου θέας και μεθέξεως αξιωθώσι ουκέτι τη εικόνι των ποιημάτων προσανέχουσι». Τότε υπερβαίνονται όλα τα πολιτισμικά σύμβολα και σχήματα και οι εκκλησιαστικές τέχνες. Αυτό συμβαίνει γιατί «χαρίζεται αυτοίς και τον νουν του Χριστού, υπέρ κεφαλής αυτών λάμποντα, μυστήρια αυτοίς αποκαλύπτοντα, α ουκ εξόν γλώσση φθέγγεσθαι ανθρωπίνη. Προς τούτοις δίδωσι αυτοίς καινούς οφθαλμούς και καινήν ακοήν». Αυτός ο Θεός Λόγος κατοικεί μέσα τους, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, οπότε «γίνεται ουν έκαστος των τοιούτων ναός εν αισθήσει και γνώσει Θεού».
Δεν είναι δυνατόν να φθάση κανείς στην θέα της δόξης του Θεού και να διατηρούνται όλα αυτά τα πολιτισμικά σύμβολα, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε την ειδωλολατρεία, που σημαίνει ότι ο Θεός εκφράζεται κατά το δυνατόν με τέτοια κτιστά σύμβολα, αλλά δεν ταυτίζεται απολύτως με αυτά, ούτε δια των κτιστών αυτών συμβόλων μπορεί να σχηματίση κανείς την εικόνα του Θεού, όπως πράττουν οι ειδωλολάτρες.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Εκκλησία και τα μέλη της ζουν, δρουν και εργάζονται σε έναν ιδιαίτερο τόπο και χρόνο, αλλά δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτά, αφού οδηγούνται προς την βίωση της Βασιλείας του Θεού και την εμπειρία της νέας εν Χριστώ κτίσεως.
Έτσι, η Εκκλησία δημιουργεί και εξαγιάζει πολιτισμούς, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτούς, αφού ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου είναι η μέθεξη της δόξης του Θεού εν τω ακτίστω Φωτί. Ο χριστιανικός-εκκλησιαστικός πολιτισμός είναι έκφραση της εμπειρίας των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι βοηθούν τα πνευματικά τους παιδιά να ανέλθουν στην εμπειρία, και όταν φθάνουν εκεί, αυτός ο πολιτισμός υπερβαίνεται χωρίς να καταργήται.–

Κύριο ἄρθρο: Μουσουλμάνοι και Ρωμηοί Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 17-7-2009


Πολλές αναλύσεις γίνονται για τις σχέσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των θρησκειών, ειδικότερα μεταξύ Μουσουλμανισμού και Χριστιανισμού. Μπορεί να θίξη κανείς πολλές πλευρές του θέματος αυτού, αλλά στο παρόν άρθρο θα ήθελα να εντοπίσω την καταλυτική σημασία του εθνικισμού στην σύγκρουση μεταξύ Μουσουλμανισμού και Ρωμηοσύνης.

1. Το Κοράνιο για τους Ρωμηούς

Το Κοράνιο, που είναι το «ιερό βιβλίο» του Μουσουλμανισμού, στο 30ο κεφάλαιο κάνει λόγο για τους Ρωμηούς. Γράφεται:
«Το Στάδιο "α-ρΡουμ"-οι Ρωμιοί… Στο όνομα του ΑΛΛΑΧ, του Ελεήμονα και Φιλανθρώπου. ΑΛΜ (Άλεφ-Λαμ-Μιμ). Νικήθηκαν οι Ρωμιοί. Σε μια γη πολύ κοντινή. Αλλά αυτοί και μετά την ήττα τους (αυτή) σύντομα θα ξανανικήσουν. Σε λίγα χρόνια όμως. Με τον ΑΛΛΑΧ βρίσκεται η απόφαση και για (ο,τι έγινε) στο παρελθόν και για (ο,τι θα γίνει) στο μέλλον. Θα είναι η Ημέρα που οι Πιστοί θα χαίρονται, με την βοήθεια του ΑΛΛΑΧ. Βοηθά εκείνον που θέλει. Και είναι Παντοδύναμος, Ελεήμονας. (Είναι) η υπόσχεση του ΑΛΛΑΧ. Ποτέ ο ΑΛΛΑΧ δεν εκτρέπεται από την υπόσχεσή Του».
Ο Αλύ Νουρ στην διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Το Κοράνιον και το Βυζάντιον» υποστηρίζει ότι ο Μωάμεθ εδώ δεν αναφέρεται γενικά στους Έλληνες, όπως μεταφράσθηκε παλαιότερα το κεφάλαιο αυτό σε άλλη έκδοση, αλλά στους Ρωμηούς. Μελετώντας το Κοράνιο στην αραβική γλώσσα ισχυρίζεται ότι η επικεφαλίδα του κεφαλαίου αυτού δεν είναι «οι Έλληνες», αλλά οι «Αρρούμ», που αποτελείται από δύο λέξεις, το Αλ που είναι άρθρο και το Ρουμ, και δηλώνει τους Ρωμηούς, δηλαδή τους Ορθοδόξους Χριστιανούς της Ρωμαϊκής-Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Έτσι, η ανάγνωση του κεφαλαίου αυτού στο Κοράνιο δηλώνει ότι στις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Ρωμηών και Περσών της περιόδου εκείνης, οι Πέρσες νίκησαν τους Ρωμηούς, αλλά έπειτα από λίγο θα νικήσουν οι Ρωμηοί τους Πέρσες με την βοήθεια του Θεού, οπότε θα χαρούν οι πιστοί, δηλαδή οι Άραβες Μουσουλμάνοι. Φαίνεται σαφέστατα μια συμπάθεια των Μουσουλμάνων προς τους Ρωμηούς, διότι είναι και οι δύο «λαοί της Βίβλου».
Αυτό πρέπει να εξετασθή από την άποψη ότι οι Άραβες, αλλά και ο Μωάμεθ, ασκούσαν το εμπόριο μεταξύ Ρωμηών και Περσών, διατηρούσαν την γραμμή Συρία-Υεμένη, μεταφέροντας τα αγαθά της Ανατολής στο Βυζάντιο και είχαν περισσότερη σχέση με την Ρωμανία-Βυζάντιο. Ακόμη, οι Μουσουλμάνοι Άραβες έτρεφαν σεβασμό στον Βυζαντινό πολιτισμό, τον οποίον προσέλαβαν και τον οικειοποιήθηκαν σε πολλά σημεία, αλλά έτρεφαν θαυμασμό και στην Βυζαντινή εξουσία.

2. Δύο διαφορετικές ερμηνείες

Η Nadia Maria El Cheikl, διδάκτορας του Χάρβαντ και Καθηγήτρια του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυττού σε σχετική μελέτη της με τίτλο «Το Βυζάντιο θεωρούμενο από τους Άραβες», μεταξύ των άλλων αναφέρεται στις δύο διαφορετικές ερμηνείες του χωρίου αυτού του Κορανίου που προαναφέρθηκε.
Ισχυρίζεται, με επιχειρήματα, ότι η ερμηνεία που κυριαρχούσε στους Μουσουλμάνους μέχρι τον 11ο αιώνα για το 30ο κεφάλαιο του Κορανίου ήταν αυτή που δόθηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή νικήθηκαν οι Ρωμηοί από τους Πέρσες, αλλά πολύ σύντομα οι Ρωμηοί θα νικήσουν τους Πέρσες, πράγμα το οποίο θα χαροποιήση τους πιστούς Μουσουλμάνους. Όμως, από τον 11ο αιώνα και μετά διαδιδόταν μια εντελώς αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή οι Ρωμηοί νίκησαν τους Πέρσες, αλλά στην συνέχεια οι Πέρσες θα νικήσουν τους Ρωμηούς και έτσι οι πιστοί Μουσουλμάνοι θα χαρούν.
Οπότε, η πρώτη αυθεντική ερμηνεία είναι ότι οι Μουσουλμάνοι είναι με το μέρος των Ρωμηών, ενώ η δεύτερη μεταγενέστερη ερμηνεία είναι ότι οι Μουσουλμάνοι είναι με το μέρος των Περσών. Και οι δύο αυτές ερμηνείες συνυπάρχουν με κυρίαρχη την πρώτη.
Είναι ενδιαφέρον όμως το να δούμε πως εξηγείται αυτή η αλλαγή ερμηνείας του χωρίου αυτού του Κορανίου.

3. Η εθνικιστική έχθρα

Όπως προαναφέρθηκε οι Άραβες εξ αρχής συνεργάζονταν με τους Ρωμηούς-Βυζαντινούς κυρίως με το εμπόριο και προσέλαβαν τις πολιτισμικές παραδόσεις τους, επηρεάστηκαν από τους Μονοφυσίτες και τους Νεστοριανούς, οι οποίοι ζούσαν στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά αργότερα οι διαθέσεις τους άλλαξαν έναντι των Ρωμηών-Βυζαντινών. Πρέπει να υπήρξε ένα σημαντικό και συνταρακτικό γεγονός.
Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, όπως το συναντούμε και σε άλλες βιβλιογραφικές πηγές, υποστήριζε ότι η στροφή των Αράβων εναντίον των Ρωμηών-Βυζαντινών παρατηρήθηκε όταν η θρησκεία του Ισλάμ επεκτάθηκε προς Ανατολάς και εξισλαμίσθηκαν οι Πέρσες, που μέχρι τότε ήταν κυρίως Ζωροάστρες.
Τότε το αιώνιο μίσος των Περσών εναντίον των αρχαίων Ελλήνων, όπως εκδηλώθηκε κατά τους ελληνοπερσικούς πολέμους, και εναντίον των Ρωμηών πέρασε και στον Μουσουλμανισμό. Δηλαδή, όσο ο Μουσουλμανισμός παρέμεινε στην Αραβία, διατηρούσε μια καλή σχέση με τους Βυζαντινούς, μάλιστα δε εθεωρείτο και αίρεση του Χριστιανισμού και όχι ως θρησκεία. Όταν, όμως, ο Μουσουλμανισμός διείσδυσε στην Περσία, τότε προσέλαβε αυτό το εχθρικό στοιχείο που διατηρούσαν οι Πέρσες εναντίον των Ελλήνων, οπότε το εθνικό μίσος έγινε και θρησκευτικό.
Βέβαια, αυτή η αλλαγή διαθέσεως των Μουσουλμάνων εναντίον των Χριστιανών αυξήθηκε και από την αχαρακτήριστη συμπεριφορά των δυτικών Χριστιανών, που με τους Σταυροφόρους προξένησαν διάφορες καταστροφές στις περιοχές τους.
Και το γεγονός αυτό δείχνει ότι οι συγκρούσεις μεταξύ θρησκειών πρέπει να εξετάζονται και μέσα από την προοπτική του εθνικισμού από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, χωρίς να ευθύνονται απόλυτα οι θρησκείες. Ο εθνοφυλετισμός, όταν επενδύεται με θρησκευτικά στοιχεία, γίνεται πολύ επικίνδυνος. Το ίδιο ισχύει και όταν οι διάφορες παγκόσμιες πολιτικές και διάφοροι πολιτικοί ανταγωνισμοί χρησιμοποιούν την θρησκεία για τους σκοπούς τους και στην συνέχεια την ενοχοποιούν.
Βεβαίως, ευθύνονται και οι θρησκευτικοί ηγέτες, όταν ενσυνείδητα η ασυνείδητα γίνονται συμμέτοχοι σε αυτό το επικίνδυνο «παιχνίδι» για την ανθρωπότητα.–